Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

†.02. Σα 23-01-2016, ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ : 1ος ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ


π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: «Ἱεροὶ Κανόνες καί σχόλια»


Ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπὸ τὴν ἰστοσελίδα floga.gr, μὲ θέμα τούς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας (1ος Ἀποστολικὸς Κανόνας), στὰ πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στὸ κήρυγμα τοῦ Σαββάτου στὶς 23-1-2016.
Ὁ σκοπὸς τῆς θεολογίας εἶναι ἡ κατάργηση τῆς θεολογίας. Ἡ θεολογία ποὺ στηρίζεται στὸν στοχασμό, τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν λογική, θὰ πρέπει ν’ ἀλλάξει, καὶ ν’ ἀκολουθήσει τὴν ἐμπειρικὴ δογματικὴ τῶν θεοφόρων Πατέρων. Τί εἶναι σύνοδος. Ποιὸς εἶναι ὁ ἐπίσκοπος; Τί σημαίνει ἐμπειρία θεώσεως; Οἱ θεούμενοι εἶναι γέφυρα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων!

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΦΩΤΙΣΜΟΣ : Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 
 
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 17ο, στίχοι 12 ἕως 19, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 16-1-2005.
 
Ὁ ἀκροατής τῆς πολύ γνωστῆς περικοπῆς πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, ἄν δέν προσεγγίσει λίγο βαθύτερα τήν ἑρμηνευτική καί τίς βαθιές τομές τοῦ κειμένου αὐτοῦ, πιθανότατα νά σκεφτεῖ ἀνάποδα καί νά νομίζει πού ὁ Χριστός ἀπαιτοῦσε ἕνα εὐχαριστῶ γιά νά ἱκανοποιήσει κάποιο, φυσικά ἀνύπαρκτο, ἐγωιστικό στοιχεῖο Του. Καί ὅμως τό κείμενο, ὅπως συμβαίνει σέ ὅλα τά κείμενα τῆς Γραφῆς, ὅσον ἀφορᾶ τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἔχει τή δική του μοναδική πρόταση γιά τή θεραπευτική τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό τό πολύ σπουδαῖο στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς μας μές στήν Ἐκκλησία. Καί περιγράφει αὐτόν τόν δρόμο τῆς θεραπευτικῆς σ᾿ αὐτήν τήν περίπτωση, μ᾿ ἁδρούς καί συγκεκριμένους τρόπους.
Κοιτάξτε, πάντοτε ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη ἀπό πόνους, ἀπό δυσκολίες καί πολλές φορές ἀναγκαζόμαστε νά στραφοῦμε πρός τά ἔξω γιά νά βροῦμε βοήθεια. Ἄν εἴμαστε κλεισμένοι στόν ἑαυτό μας, αὐτό εἶναι μιά κατάσταση δαιμονιώδης καί κολασμένη. Ἀλλά τουλάχιστον ἕνας λογικά σκεπτόμενος ἄνθρωπος, στρέφεται πρός τά ἔξω.
Αὐτό εἶναι ἕνα πρῶτο βῆμα, ἕνα ἄνοιγμα, πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει στή θεραπευτική, ἀλλά μπορεῖ καί νά μήν ὁδηγήσει στή θεραπευτική. Τό ἄνοιγμα εἶναι ἀπαραίτητο σάν ἕνα πρῶτο ἀφετηριακό στοιχεῖο. Στήν περίπτωση αὐτή, αὐτοί οἱ λεπροί εἶχαν τό ἄνοιγμα, αὐτό τό πρῶτο στοιχεῖο. Κι ἀρχίζει ὁ Χριστός ἀπό ἐκεῖ καί μετά, νά καθοδηγεῖ τή θεραπευτική μέ τόν δικό Του τρόπο. Βλέπετε, ἀμέσως μετά ἀπό αὐτήν τήν συνάντηση, τούς λέει χωρίς κἄν νά τούς ἀγγίξει, νά τούς πεῖ κάτι ἄλλο, νά πᾶνε στούς ἱερεῖς καί νά ἐπιδείξουν τόν ἑαυτό τους. Στόν δρόμο γίνονται καλά. Αὐτή ἡ πρόταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δεύτερο στάδιο τῆς θεραπευτικῆς, ὅπου εἶναι ἡ θεραπεία τῆς προαιρέσεως, ἔτσι λένε οἱ Πατέρες. Πρέπει νά θέλουμε καί αὐτό τό "θέλω" ξέρουμε πού θεραπεύεται μονάχα μέ τή στροφή πρός τόν Θεό. Πολλά "θέλω" ἔχουμε, πολλές ἀπαιτήσεις ἔχουμε, πάρα πολλές ἀνάγκες ἔχουμε, παντοῦ τίς ἐκφράζουμε, ἀλλά ἄν αὐτό δέν περάσει μέσα ἀπό τή στροφή τῆς προαιρέσεως πρός τόν Θεό, παραμένουμε ἁπλῶς ἄνθρωποι πού καί ἱκανοποιοῦμε πολλές φορές τίς ἀνάγκες μας καί εἴμαστε ἀνικανοποίητοι καί δέν τίς ἱκανοποιοῦμε καί γκρινιάζουμε.
Ἔτσι λοιπόν ὁ Χριστός ἀξιοποιώντας τό ἄνοιγμά τους, τό στοιχειῶδες, ἐπειδή θέλουν, κάνει αὐτή τή θεραπευτική τῆς προαιρέσεως. Τούς στρέφει πρός τούς ἱερεῖς, πρός τόν ναό. Ὅπου πιά, ὅ,τι καί νά ᾿χουμε, ὅ,τι καί δέν ἔχουμε, ὅ,τι καί νά ἀπαιτοῦμε, ὅ,τι καί δέν ἀπαιτοῦμε, αὐτό μπορεῖ νά θεραπευτεῖ, μόνο ἄν στρέψουμε τό θέλημά μας στόν Θεό. Οὔτε ὅμως αὐτό ἀρκεῖ σέ αὐτήν τήν περικοπή καί πραγματικά εἶναι ὁλοκληρωμένη αὐτή ἡ θεραπευτική, γιατί μετά ἀπό ἐκεῖ, ἀκολουθεῖ ἡ πιό συγκλονιστική συνέχεια.
Ὁ ἕνας ἀπό αὐτούς γυρνάει πίσω. Αὐτό, τό θέμα τῆς ἐπιστροφῆς του λέγεται ἀπό τούς Πατέρες ἀναγωγική ἐπιστροφή. Δηλαδή, ἔγιναν καλά, τέλειωσε ἡ ἱστορία ἐκεῖ καί ὅμως δέν τέλειωσε. Εἴμαστε ἀκόμη στό δεύτερο στάδιο, τό ὅτι ἔγιναν καλά δέν λέει τίποτε. Τό ὅτι στράφηκαν στόν Θεό καί αὐτό τελικά δέν λέει τίποτα, ἄν δέν ὑπάρχει αὐτό πού λέμε ἀναγωγική ἐπιστροφή, δηλαδή ἡ κίνηση πού κάνει ὁ ἕνας εἶναι περιττή· ἀφοῦ ἔγινε καλά, ἀφοῦ πῆγε καί στό ναό καί τέλειωσε ἡ ἱστορία καί ὅμως δέν τέλειωσε.
Ὑπάρχει πιά μιά ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου, μέ ἕναν κατά τά μέτρα τοῦ κόσμου, χαμένο τρόπο. Γιατί νά γυρίσει πίσω; Αὐτό εἶναι μιά ἀναγωγική ἐπιστροφή. Τώρα μπαίνει βαθύτερα στά πράγματα. Ὅτι ἔγινε μιά βαθιά ἀλλαγή ἐπάνω του, ὁ Θεός ἀνταποκρίθηκε στό αἴτημά του. Καί ἐδῶ πιά ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, πέρα ἀπό τό αἴτημα πού ἱκανοποιήθηκε, γίνεται ὁλόκληρος μιά στροφή πρός τόν Θεό. Δέν ἀρκεῖ ἡ ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματος καί νά σταματήσουμε ἐκεῖ. Τό αἴτημα ἔγινε καλά καί ὅμως στρεφόμαστε ἀναγωγικά πρός τόν Θεό ὁλόκληροι. Καί γι᾽ αὐτό ὑπάρχει τό τέλος, πού εἶναι ἡ εὐχαριστιακή στάση, ἡ εὐχαριστιακή θεραπεία, πού ἐπιστρέφει ὁ λεπρός, ἄν εἴδατε τό κείμενο λεπτομερῶς, περιγράφει σημεῖα-σημεῖα, λέει, τό πρόσωπό του στρέφει. Γονατίζει κάτω, φωνάζει μέ πολύ δυνατή φωνή, εὐχαριστώντας τόν Χριστό, δίνει ὅλο του τό εἶναι καί αὐτό εἶναι ἡ εὐχαριστιακή θεραπεία, πού πιά πέρα ἀπό αὐτό πού ἔγινε ἤ καί δέν ἔγινε, ἐπειδή γιατρεύτηκε ἡ προαίρεσή του καί ἀρχίζει καί κινεῖται ἀλλιῶς. Κινεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, θεραπεύεται ὁλόκληρος, ὄχι μόνο πιά ἡ ἀρρώστια του, ἡ λέπρα του, θεραπεύεται ὁλόκληρος. Πολλοί λεπροί μπορεῖ νά γίνουν καλά, ἀλλά τό θαῦμα δέν ἀρκεῖ, ἄν δέν ὑπάρχει πολύ βαθιά θεραπευτική τῆς θεραπείας τῆς προαιρέσεως καί αὐτῆς τῆς εὐχαριστιακῆς θεραπείας. Ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ὁλόκληρο "εὐχαριστῶ". Καί πιά αὐτό τό "εὐχαριστῶ" εἶναι γεμάτος ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι εὐχαριστῶ πού ἀπαιτεῖται γιά νά ἱκανοποιηθεῖ ἕνας ἐγωισμός κάποιου, ἐπειδή ἔτσι τό θέλει, ἐπειδή ἔκανε καλά, ὁ Χριστός δέν τό ἔχει αὐτό τό πράγμα. Ἀλλά ὁ Χριστός χαίρεται μέ τήν ἐπιστροφή τῆς θεραπείας ὁλόκληρου τοῦ δικοῦ μας τοῦ ἑαυτοῦ, πού μπαίνει μέσα στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί εἴμαστε οἱ εὐχαριστοῦντες ἄνθρωποι. Αὐτή εἶναι ἡ εὐχαριστιακή θεραπευτική. Καί ὁ ἄνθρωπος πιά, ἔστω ἄν ἱκανοποιήθηκε ἤ δέν ἱκανοποιήθηκε τό αἴτημά του, τότε γιατρεύει τήν προαίρεσή του, τήν στρέφει στόν Θεό. Καί ὅτι γίνεται ὁλόκληρος μία εὐχαριστία, ἔχει ὁλόκληρος ἕνα φωτισμό μέσα του μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος. Στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεραπεία ἔχει μέσα αὐτόν τόν φωτισμό, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι γεμάτος ἀπό τή Χάρη. Στρέφει ὁλόκληρό του τό εἶναι, τά γόνατα, τό πρόσωπό του, τόν νοῦ του, τή σκέψη στόν Θεό. Καί ἔρχεται ἡ ὁριστική θεραπεία. Ἔτσι λοιπόν καί ἄν ἀκόμη μᾶς γίνει τό θαῦμα καί ἄν ἀκόμη δέν μᾶς γίνει, σημασία ἔχει ἡ συνέχεια, πού εἶναι αὐτή ἡ στάση ἡ εὐχαριστιακή καί ἡ θεραπευτική.
Ἔτσι τό κείμενο, ἀπ᾿ ὅ,τι βλέπετε, ἔχει ἄλλες προοπτικές μέσα του καί πραγματικά προτείνει, μέ ἕναν καταπληκτικό τρόπο, τή δική μας στάση μπρός στή ζωή, πού πολλές φορές ἀνάλογα μέ τά μέτρα τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν αἰτημάτων μας ἤ ὄχι, παλινδρομεῖ ἡ ζωή μας, ἤ γίνεται χαρούμενη γιά λίγο, ἤ γίνεται λυπημένη πολύ, πολλές φορές γιά πάντα. Ἡ στάση μας εἶναι αὐτή λοιπόν. Θεραπεία τῆς προαιρέσεως, ἡ ἀναγωγική ἐπιστροφή καί στό τέλος αὐτό τό πολύ σπουδαῖο στοιχεῖο, αὐτός ὁ φωτισμός, αὐτή ἡ εὐχαριστιακή θεραπευτική, πού τήν ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας μέ ἕνα μοναδικό τρόπο καί μᾶς τό προτείνει καί ὅσοι αὐτό δέν τό ζήσουμε, δέν τό καλλιεργήσουμε πάνω μας, ἀκόμη καί ζῶντες μέσα στήν Ἐκκλησία, μέσα στόν χῶρο τοῦ ναοῦ, ὅπως ἦταν οἱ λεπροί, παραμένουμε βαθιά ἀθεράπευτοι.
 

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

†. Κυ 02-01-2005, ΔΡΟΜΟΣ : ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Πατήρ Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: «Δρόμος, προοπτικὴ καὶ ἀρχὴ τῆς ζωῆς»


Πατήρ Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος: «Δρόμος, προοπτικὴ καὶ ἀρχὴ τῆς ζωῆς»



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Μᾶρκον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 1ο, στίχοι 1 ἕως 8, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 2-1-2005.
Ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο εἶναι ἡ ἔναρξη, ἡ ἀρχή τοῦ κατά Μᾶρκον Εὐαγγελίου καί, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται, ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος ἐπέλεξε ἕναν πρωτότυπο τρόπο γιά νά δώσει στήν ἀρχή πολύ συνοπτικά (ἐξάλλου τό Εὐαγγέλιό του εἶναι τό μικρότερο, εἶναι πολύ λιτός ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος). Διάλεξε λοιπόν αὐτή τήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου -ὁ ἴδιος τό λέει «ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου»- νά τήν ὁρίσει στίς πρῶτες γραμμές μέ ἕναν τρόπο πού καθορίζει τό τί σημαίνει νά ζοῦμε κοντά στόν Χριστό. ῞Ολο του τό Εὐαγγέλιο εἶναι περιεκτικό σέ νοήματα, ἀλλά ἐδῶ ὁ Μᾶρκος εἶναι πραγματικά λιτός καί πολύ βαθιά περιεκτικός, καί ἐπέλεξε τή διήγηση αὐτή πού ἀφορᾶ τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο γιά νά κάνει αὐτό τό γεγονός. Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι...
ἄλλες μεθόδους ἐπέλεξαν γιά τήν ἔναρξη τοῦ Εὐαγγελίου τους.

Νά δοῦμε λοιπόν τί χαράσσει μέ αὐτόν τόν λιτό καί ἁπλό τρόπο, σέ λίγες γραμμές μέσα, στήν καρδιά μας ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος καί χαράσσει οὐσιαστικά τό πῶς θά λειτουργήσει πάνω μας -προσέξτε, πάνω μας- προσωπικά τό Εὐαγγέλιο. Γι᾿ αὐτό, λίγο νά ξεφύγετε ἀπό τή διήγηση πού ἀφορᾶ τόν Πρόδρομο καί τή Βάπτιση, χωρίς νά φύγετε ἀπό αὐτήν, καί νά μπεῖτε σέ ἕνα ἀνθρωπολογικό περιεχόμενο: Τί σημαίνει γιά μᾶς, πέρα ἀπό τό ἱστορικό καί σωτηριολογικό γεγονός. Κοιτάξτε τά κείμενα πόσο λιτά ἔρχονται καί ἔρχονται μάλιστα μέ ἕναν τρόπο βομβαρδιστικό. Λέει: (χρησιμοποιώντας μιά προφητεία) «εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Οὐσιαστικά σημαίνει ἀνοῖξτε δρόμο στόν Θεό. Θά ᾿λεγε κάποιος:«τί σημαίνει αὐτό;», «πῶς θά ἀνοίξω δρόμο στόν Θεό;». Μάλιστα ὁ Χριστός εἶχε πεῖ: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς». Καί μόνο πού τό εἶπε ὁ Χριστός, ἐφόσον εἶναι ἡ ὁδός Ἐκεῖνος, ὅλοι ἐμεῖς κατά χάρη ἀποκτοῦμε τά χαρίσματά Του. Νά λοιπόν, γινόμαστε ἕνας δρόμος. Ἐκεῖνος εἶναι δρόμος καί ἐμεῖς, μετέχοντας στή ζωή Του, γινόμαστε δρόμοι.

Τί σημαίνει νά ἀνοίξουμε δρόμο στόν Θεό; Αὐτό σημαίνει νά ἀφήσουμε νά λειτουργήσει πάνω μας Ἐκεῖνος καί νά ἀφήσουμε δρόμο στούς ἄλλους νά ζήσουν γιά νά πᾶνε στόν Θεό. Μάλιστα ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος αὐτό τό περιγράφει, πῶς ἐμεῖς θά γίνουμε δρόμοι πού θά ἀνοίξουμε δρόμο στόν Θεό νά περάσει καί ταυτόχρονα νά ἀνοίξουμε δρόμο στούς ἄλλους γιά νά ζήσουν καί νά ὑπάρξουν. Κοιτάξτε τί κάνει ἐδῶ ὁ Πρόδρομος μέ τά λόγια τοῦ Μάρκου. Βαπτίζει καί κηρύττει. Νά ἕνα πρῶτο γεγονός οὐσιαστικό γιά νά γίνουμε δρόμοι. Εἶναι τά πρωτογενῆ μελήματά μας, δηλαδή ὁ λόγος μας, ἡ ὕπαρξή μας, ἡ παρουσία μας, ὁ λόγος (ἡ αἰτία) μας εἶναι ἀπό Ἐκεῖνον καί γιά Ἐκεῖνον. Ἀπό Ἐκεῖνον μιλᾶμε καί γιά Ἐκεῖνον μιλᾶμε καί διακονοῦμε μέ ἕναν ἔτσι ἤ ἄλλον τρόπο ἐκεῖνο πού εἶναι Ἐκεῖνος. Ὁ Πρόδρομος ἁπλῶς ὁμιλεῖ καί διακονεῖ βαπτίζοντας. Ἄλλος τό κάνει ἀλλιῶς. Ἀλλά ὁ λόγος, ἡ αἰτία μας, εἶναι Ἐκεῖνος καί ὁ λόγος μας εἶναι Ἐκεῖνος· καί γιά νά τό κάνεις αὐτό τό γεγονός, λέει ὁ Μᾶρκος σέ αὐτό τό λιτό καί συνοπτικό ἐναρκτήριο εὐαγγελικό του κήρυγμα, γιά νά τό κάνεις χρειάζονται οἱ ἑξῆς ἁπλές προϋποθέσεις:

Πιάστε καί πλησιάστε τή λέξη «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Τό κάνεις καί δέν περιμένεις τίποτε. Δέν περιμένεις ὁ ἄλλος νά ἀνταποκριθεῖ, νά σέ χειροκροτήσει, νά ἀνταποδώσει, νά πεῖ ὁτιδήποτε, ἀλλά τό κάνεις γιατί εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια. Θά τολμοῦσα νά πῶ ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια πού τήν κάνεις χωρίς νά περιμένεις τίποτε, γιατί εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Δέν τήν ἔφτιαξες, δέν τήν δημιούργησες, δέν τήν καλλώπισες ἐσύ· εἶναι τοῦ Θεοῦ ἡ ἀλήθεια. Ὅλα τά ἄλλα γιά τά ὁποῖα κουραζόμαστε, τά φτιάχνουμε, τά τελειοποιοῦμε καί τά προσφέρουμε στόν ἄλλον, μᾶς δίνουν δῆθεν κάποια αἴγλη καταξιώσεως, θέλουμε κάτι ἀπό αὐτά. Τίποτε δέν θέλουμε, ἁπλῶς τό μεταδίδουμε. Ὁ Θεός ἔτσι τό ἐπέτρεψε. Λοιπόν, «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Δέν περιμένεις τίποτε.

Πέρα ἀπό αὐτό, γιά νά λειτουργήσει αὐτό τό γεγονός, ὑπάρχουν πάνω στόν ἄνθρωπο δύο προϋποθέσεις: Οἱ προϋποθέσεις οἱ σωματικές καί οἱ βαθιές πνευματικές, ψυχολογικές προϋποθέσεις τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ μέν σωματικές προϋποθέσεις γιά νά γίνει αὐτό τό πράγμα, νά γίνεις δρόμος καί νά μπορεῖς νά εἶσαι αὐτό πού εἶσαι χωρίς νά περιμένεις τίποτε, εἶναι πρῶτα ἡ ἐξωτερική λιτότητα τῶν αἰσθήσεων. Τό ὅτι περιγράφει τό τί ἔτρωγε, τό πῶς ζοῦσε, τό τί ροῦχα φοροῦσε ὁ Πρόδρομος, εἶναι μιά προσέγγιση αὐτῆς τῆς λιτότητας.

Τί κάνει ὁ Πρόδρομος; Ἀξιοποιεῖ τό περιβάλλον. Φοράει αὐτό πού ἔχει, φοράει τό δέρμα πού ἔχει γύρω του. Τρώει τό μέλι πού ἔχει γύρω του, τίποτε ἄλλο. Ἀξιοποιεῖ τό περιβάλλον, δέν ἔχει ἐξεζητημένες ἀναζητήσεις. Ζεῖ μέσα στά πράγματα τοῦ κόσμου, καλύπτει τίς αἰσθήσεις του, ἀλλά δέν ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτές καί δέν κάνει ἄλλες ἀναζητήσεις. Εἶναι ἐλεύθερος ἀπό τόν χῶρο τῶν αἰσθήσεων, ἀπό τόν χῶρο τῶν σωματικῶν λειτουργιῶν, χωρίς νά παύει νά τίς λειτουργεῖ, χωρίς νά τίς ἀναιρέσει. Ταυτόχρονα εἶναι πολύ βαθιά μέσα του ψυχικά, πνευματικά ἐλεύθερος γιατί, λέει: «ὁ ἰσχυρότερός μου ἔρχεται» καί ξέρει ὅτι δέν εἶναι ἰσχυρότερος. Ἐκεῖνος πού λέει ὅτι ὑπάρχει ἐπάνω ἀπό αὐτόν ἰσχυρότερος καταλύει τόν πρωτογενῆ λόγο τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πτώσεως, καταλύει τόν ἐγωισμό. Νά λοιπόν, εἶναι ἐλεύθερος ἀπό τά πράγματα, εἶναι μέσα στά πράγματα καί εἶναι ἰσχυρότερος ὁ Χριστός καί ἐκεῖνος δέν εἶναι ἰσχυρότερος· καί τότε γίνεται δρόμος.

Ὅπως σᾶς εἶπα στήν ἀρχή, καί μόνο αὐτή ἡ ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου ὁρίζει τί εἶναι τό Εὐαγγέλιο. Διαβάστε το αὐτό τό κείμενο καί μελετῆστε το καί πάλι νά δεῖτε πού εἶναι ἡ ζωή μας ὁλόκληρη. Ἡ εὐχή, μέσα ἀπό αὐτή τήν πρόταση τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν πρόκληση, εἶναι νά καταξιώσουμε τόν μοναδικό τρόπο τοῦ ζῆν. Γιά νά μποροῦμε νά ζοῦμε, πρέπει νά ἔχουμε αὐτή τή μοναδικότητα τοῦ ζῆν καί μέ αὐτή τή μοναδικότητα τοῦ ζῆν νά γίνουμε δρόμοι, μέ τόν τρόπο πού περιέγραψε ὁ Μᾶρκος καί ἀγγίζει τήν καρδιά μας ὁ λόγος του. Τότε μπορεῖ νά βροῦμε τήν πραγματική ἐλευθερία, τήν ὄντως ἐλευθερία, πού οἱ λαοί τῆς γῆς τήν ἀναζητοῦν τελείως σπασμωδικά μέ τελείως δαιμονιώδεις συμπλεγμένους τρόπους.

Ἀρχή, λοιπόν, τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι μιά ἀρχή πού δέν τελειώνει ποτέ. Εἶναι μιά ἀρχή πού πάντα τελειώνεται, γίνεται δρόμοι. Θά μπεῖτε σέ μιά ἀρχή, σέ μιά βαθιά ἐλευθερία καί αὐτός ὁ δρόμος εἶναι δρόμος ἀτέλειωτος, γιατί πηγαίνει πάντοτε πρός τήν αἰωνιότητα.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

†. Κυ 29-12-2013, O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ


O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 2ο, στίχοι 13 ἔως 23, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 29-12-2013.
 
Στό τέλος μιᾶς χρονιᾶς ἤ στήν ἀρχή μιᾶς ἄλλης, κάνουμε συνήθως προϋπολογισμούς σέ ἀπολογισμούς, πιθανῶς ξεχνώντας τό βασικότερο ἐκφραστικό μέγεθος αὐτοῦ πού κάνουμε, γιατί εἶναι ὁ χρόνος καί ἡ ἱστορία. Καί ἀφοῦ μπῆκε ὁ Θεός μέσα στήν ἱστορία, κάνει τήν ἱστορία μυστήριο, τό εἶπε καί τό δοξαστικό πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο στόν ὄρθρο, πού ἔλεγε «μέγα τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεώς Σου Κύριε». Ἡ ἱστορία ἔγινε μυστήριο, ξεπερνάει δηλαδή τίς λογικές ἀναλύσεις τοῦ τί κάνουμε ἤ τί θά κάνουμε. Ἡ ἱστορία ἔγινε μυστήριο. Καί ἐπειδή ὅλοι συμπορευόμαστε, μᾶς ἀρέσει, δέν μᾶς ἀρέσει, καθημερινά μέ τήν ἱστορία, εἴμαστε πλάσματα πού ζοῦμε ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ἔχει πολύ ἐνδιαφέρον νά μποροῦμε νά σταθοῦμε σ᾽ αὐτό πού εἶναι ὁ συνοδηγός μας καί συνοδοιπόρος μας καθημερινά καί νά μποροῦμε νά τό ἀξιολογήσουμε σωστά, νά τό ἀναλύσουμε.
Τά κείμενα τά δύο πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο καί τό εὐαγγελικό καί τό ἀποστολικό κάνουν μιά τέτοια προσέγγιση. Καί δίνουν ἐργαλεῖα, γιά μᾶς προσωπικά, τό πῶς θά σταθοῦμε μπροστά στό χρόνο. Νά τό δοῦμε λίγο ἁπλά καί νά τό προσδιορίσουμε. Ὑπῆρχε ἕνα κείμενο συγκεκριμένο πού ξεκινοῦσε ἀπό τούς μάγους πού ἀναχώρησαν καί περιγράφει τά γεγονότα τά πάρα πολύ γνωστά. Θά σᾶς δώσω τώρα δύο ἐργαλεῖα, θά τά δώσω ὡς παραδείγματα μέσα ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί κρατῆστε γιά σᾶς, γιά τό πῶς στεκόμαστε καί ἀναλύουμε τό χρόνο, παρόλο πού παραμένει μυστήριο. Ἀλλά ὅσο μποροῦμε, νά τόν προσεγγίσουμε τό χρόνο.
Προσέξτε, τό πρῶτο ἐργαλεῖο εἶναι ἀπό τήν ἱστορία, εἶναι πρῶτα ἡ φαινομένη ἱστορία, αὐτό πού βλέπουμε, αὐτό πού ἀκοῦμε κάθε μέρα· πού εἶναι γεμάτη ἀπό τραγωδίες, ἀπό πολέμους, ἀπό μάχες, ἀπό φόνους, ἀπό κλεψιές, ἀπό ἀποτυχίες, ἀπό κρίσεις. Εἶναι ἡ φαινομένη ἱστορία.
Ὑπάρχει καί ἡ ὄντως ἱστορία, εἶναι ἡ ἱστορία πού χαράσσει ὁ Θεός μέσα στόν κόσμο. Πού ἄν θέλουμε, συμπορευόμαστε μαζί Του ἤ ἄν δέν θέλουμε, παραμένουμε στό συρμό τῆς φαινομένης ἱστορίας καί μπαίνουμε στήν τραγωδία μέσα. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο ἐργαλεῖο. Εἶναι ἡ φαινομένη ἱστορία, τό τί φαίνεται καί τό τί εἶναι ἡ ὄντως ἱστορία. Κοιτάξτε τό παράδειγμα τό ὁποῖο μᾶς δίνει, σ᾽ αὐτό τό διακριτικό μέγεθος τῆς ἱστορίας, τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε.
Ἀναχωροῦν οἱ μάγοι. Γιατί ἀναχωροῦν; Ὑπάρχει μία τραγωδία, ὑπάρχει ἕνας Ἡρώδης πού τούς διώκει. Αὐτό εἶναι τό φαινόμενο. Ὑπάρχει ἕνας διωγμός, μία τραγωδία, ἕνας πόλεμος. Οἱ μάγοι ἀναχωροῦν. Τό φαινόμενο ξεπερνιέται. Τί παραμένει; Μετά ἀπό χρόνια, πρίν ἀπό λίγο διαβάσαμε στά συναξάρια, πού οἱ μάγοι ἀναγνωρίστηκαν ὡς Ἅγιοι. Ἡ ἱστορία ἄλλους δικαίωσε. Ὄχι τή βία, τό ἔγκλημα καί τό φόνο. Τό φαινόμενο ἦταν τραγικό καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο παραμένει εἶναι ἁγιασμένο. Προσέξτε αὐτό τό ἐργαλεῖο, εἶναι πολύ σπουδαῖο, γιατί ζοῦμε καθημερινά, μέ τά ἀκούσματα καί μέ τίς αἰσθήσεις μας, τήν τραγωδία τοῦ κόσμου. Ἄν παρασυρθοῦμε σ᾽ αὐτό τόν εἱρμό τῆς τραγωδίας αὐτῆς, θά χάσουμε τήν ὄντως ἱστορία. Νά δώσω καί ἄλλα παραδείγματα ἀπό τήν περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο;
Ὁ Ἰωσήφ γιατί φεύγει ἀπό τήν Αἴγυπτο; Γιατί ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νά σκοτώσουν τό Παιδίο. Ὑπάρχει πάλι ἡ τραγωδία, ὑπάρχει τό αἷμα, ὑπάρχει ὁ φόνος καί φεύγει, ὅλα καταλαγιάζουν. Ὅλα ξεπερνιόνται καί μετά παραμένει ἡ ὄντως ἱστορία. Ὁ Χριστός πού γυρνάει πίσω μετά, ἀπό τήν Αἴγυπτο. Ἄλλο παράδειγμα; Τά παιδιά τά ὁποῖα δολοφονεῖ ὁ Ἡρώδης καί σήμερα τά ἑορτάζουμε. Δεκατέσσερις χιλιάδες παιδιά! Μιά τραγωδία. Ἕνας αἱμοσταγής δολοφόνος. Αὐτό κυριαρχεῖ ἐκείνη τήν ἐποχή. Τό ἔγκλημα, τό αἷμα καί ἡ τραγωδία. Ὅλα ξεπερνιόνται, σήμερα γιορτάζουμε αὐτά τά νήπια, τά δεκατέσσερις χιλιάδες νήπια ὡς Ἁγίους! Βλέπετε ἡ φαινόμενη ἱστορία, πόσοι ταράχτηκαν ἀπό αὐτό καί τί μένει στό τέλος, τέλος, τέλος. Ἔτσι δέν γυρνάει πίσω καί ὁ Ἰωσήφ; Ἀκούει πού ἐκεῖ βασιλεύει ὁ Ἀρχέλαος, εἶχε πεθάνει ὁ Ἡρώδης. Ἀλλά καί ὁ Ἀρχέλαος ἦταν αἱμοσταγής κρατῶν ἄρχων καί δέν μένει ἐκεῖ καί ὁ Θεός ἀλλάζει τήν ἱστορία, τήν ἱστορία τῶν Προφητῶν. Τόν κάνει Ναζωραῖο τόν Χριστό, πού δέν βγῆκε κανένας προφήτης ἀπό τή Ναζαρέτ. Ἀλλάζει τά πάντα, εἶναι τό μυστήριο τῆς ἱστορίας, ἀλλά πίσω κρύβεται ὁ Θεός! Καί ἄν θέλουμε ἐμεῖς αὐτή τήν ἱστορία τήν καταλαβαίνουμε, μέσα στήν τραγωδία πού ζοῦμε κάθε μέρα, καταλαβαίνουμε τήν ἱστορία. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο κριτήριο. Κρατῆστε το αὐτό τό κριτήριο, γιατί ζοῦμε τή φαινομένη ἱστορία, τήν τραγωδία, τόν πόνο κάθε μέρα καί τήν κρίση, μή χάσουμε ὅμως τήν ὄντως ἱστορία, πού αὐτή ἡ ὄντως ἱστορία εἶναι δική μας. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο ἐργαλεῖο, γιά νά μπορεῖτε νά ἀξιολογεῖτε αὐτά πού ζεῖτε.
Τό δεύτερο ἐργαλεῖο. Πῶς θά γίνει αὐτό τό πράγμα; Πῶς μέσα στήν τραγωδία θά μποροῦμε νά συλλάβουμε τό μυστήριο πού κρύβεται, τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ; Ὅλο τό μυστήριο δέν τό συλλαμβάνουμε, ἀλλά τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι μυστήριο καί μπαίνει στήν ἱστορία αὐτό θά τό καταλάβουμε. Καί μπορεῖ νά μήν μποροῦμε ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας νά τά ἑρμηνεύσουμε ἀμέσως, ἀλλά διαχρονικά καί μακροχρόνια πολλά ἀπό αὐτά ἐξηγοῦνται καί τά καταλαβαίνουμε. Χρειάζεται μία διαχρονικότητα, ἀλλά ὄχι μόνο καί μία ἄσκηση. Ἀκούσατε τί ἔλεγε πρίν ἀπό λίγο τό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Ἔλεγε, «τό Εὐαγγέλιο τό ὁποῖο παρέλαβα», ἔλεγε τό Εὐαγγέλιό μου. Εἶναι Εὐαγγέλιό του; «Τό Εὐαγγέλιο τό ὁποῖο ἐγώ παρέλαβα!». Μά δέν παρέλαβε τό Εὐαγγέλιο πού εἶχαν ὅλοι οἱ ἄλλοι; Εἶχε ἕνα προσωπικό του Εὐαγγέλιο καί εἶχε μία προσωπική ἱστορία. Ἦταν τό δικό του κοίταγμα καί βίωση στό Εὐαγγέλιο μέσα καί πῶς τό ἔκανε αὐτό; Ἀπό φωτισμό καί ἀπό τήν ἄσκηση. Τό εἶπε τό κείμενο, ἐδῶ εἶναι τό κλειδί, δέν πῆγε νά κυνηγήσει τούς Ἀποστόλους νά τούς βρεῖ, μετά τούς βρῆκε. Τρία χρόνια κάθισε στήν Ἀραβία ἀσκούμενος. Αὐτός πού πῆρε τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ, δέν εἶπε ἐγώ πῆρα τόν φωτισμό καί τελειώσαμε, κάθισε τρία χρόνια στήν Ἀραβία ἀσκούμενος! Ἔμεινε ἐκεῖ στήν ἔρημο καί μετά πῆγε καί συνάντησε τόν Πέτρο καί τόν Ἰάκωβο, τόν ἀδελφόθεο καί ἔμεινε λίγο μαζί τους. Ἄρα ὑπάρχει τό μυστήριο, τό ὁποῖο κατανοεῖται μέσα ἀπό μιά βαθιά ἄσκηση! Μιά βαθιά προσευχή καί ταπείνωση! Τρία χρόνια στήν Ἀραβία; Τί περίμενε ἐκεῖ ὁ Παῦλος; Ἀφοῦ ἔπρεπε νά διαδώσει τό Εὐαγγέλιο, θά ἔλεγε ὁ Χριστός γρήγορα! Γιά τήν ἱστορία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει γρήγορα. Ὑπάρχει ἡ ἄσκηση, ὑπάρχει ὁ πόνος, ὑπάρχει τό δάκρυ, ὑπάρχει ἡ βαθιά κάθαρση. Καί αὐτό τό περνάει ὁ Παῦλος. Καί τότε ἀποκτοῦμε τό βασικό ἐργαλεῖο, γιά νά μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἱστορία τοῦ κόσμου καί τή δική μας ἱστορία, αὐτό εἶναι τό ἐνδιαφέρον.
Τραγωδία, πόνος, κρίση, αἵματα, φόνοι, καθημερινά αὐτά λειτουργοῦν καί πίσω ἀπό ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἱστορία ἡ δική μας, πού εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Θεοῦ! Γιά νά τήν καταλάβουμε ὅμως θά πρέπει νά καθαρίσουμε τό νοῦ μας. Καί εἶναι ἡ προσωπική Ἀραβία στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ἡ ἴδια ἡ ἱστορία, στήν προσωπική μας Ἀραβία! Ὅλα τά ἀξιολογοῦμε διαχρονικά καί ἐν ἀσκήσει. Καί ὅσο φωτίζεται ὁ νοῦς διαχρονικά καί ἐν ἀσκήσει, δέν βιαζόμαστε δηλαδή νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἱστορία, διαχρονικά καί ἐν ἀσκήσει, τότε ἡ ἱστορία τοῦ Θεοῦ γίνεται ἱστορία μας καί γίνεται κατανοητή ἡ ἱστορία μας.
Τό κείμενο αὐτό, πραγματικά, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο, γιατί μᾶς βάζει νά συνειδητοποιήσουμε, ἀκόμη καί νά ἑρμηνεύσουμε ὅσο μποροῦμε, τήν προσωπική μας ἱστορία, τόν πόνο μας, τήν τραγωδία μας, τό κάθε γιατί, τό ὁποῖο προκύπτει κάθε μέρα στή ζωή μας. Κρατῆστε το, ἀλλά ἀμέσως νά ἀπαντήσετε δέν μπορεῖτε. Ξέρετε ὅτι πίσω κρύβεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως νά ἀπαντήσετε δέν μπορεῖτε, θά περιμένετε τό χρόνο ἀλλά ταυτόχρονα θά βρεθεῖτε μέσα στή δική σας προσωπική Ἀραβία καί τότε ὅλα τά πράγματα θά ξεκαθαρίσουν καί θά παραμένετε πάντα μέσα στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά θά ξεκαθαρίζετε τή ζωή σας παραμένοντας μέσα στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ!
 

 
O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ. Πώς συνειδητοποιούμε, και πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την προσωπική μας ιστορία, τον πόνο μας, την τραγωδία μας, και το κάθε γιατί, το οποίο προκύπτει κάθε μέρα στη ζωή μας;

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

ΥΜΝΟΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ: Τὰ σύμπαντα σήμερον, χαρᾶς πληροῦνται·... Δόξα ἐν ὑ...

«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Ἃγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Πρoς ένα Γερμανό θεολόγο:
Για την ορθόδοξη Εκκλησία και την ειρήνη τού κόσμου
(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Σᾶς φαίνεται ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐλάχιστα ἐνδιαφέρεται γιά τήν εἰρήνη στόν κόσμο, καί αὐτό σᾶς ταλαιπωρεῖ. Πῶς ἐλάχιστα; Ποιός θά ἐπιθυμοῦσε τήν εἰρήνη περισσότερο ἀπό τούς βασανισμένους καί τούς μάρτυρες; Καί οἱ λαοί, οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί εἶναι βασανισμένοι καί μάρτυρες. Αὐτό τό γράφω χωρίς νά καυχιέμαι οὔτε νά παραπονιέμαι ἀλλά μόνο μαρτυρώντας τό μαρτυρημένο ἱστορικό γεγονός. 

Καί στήν ἴδια τή γλώσσα σας μπορεῖτε νά βρεῖτε βιβλία ἱστορίας καί ἀφηγήσεων ἀπό τά ταξίδια, στά ὁποῖα θά βρεῖτε περιγραφές ἀπό τά πάθη καί τά βάσανα αἰώνων τῶν ὀρθοδόξων λαῶν. Ὅμως αὐτό εἶναι ἕνα ἐλάχιστο κομμάτι ἐκείνης τῆς ἀπερίγραπτης θάλασσας τῶν παθῶν, στήν ὁποία οἱ ὀρθόδοξοι λαοί αἰῶνες ἔπλεαν. Ἐάν οἱ πλούσιοι καί ἐλεύθεροι λαοί ἐπιθυμοῦν τήν εἰρήνη, αὐτοί, φοβάμαι, τήν ἐπιθυμοῦν χωρίς νά τήν ἔχουν στερηθεῖ ἰδιαίτερα, ἐνῶ ὅταν οἱ βασανισμένοι καί φτωχοί λαοί ἐπιθυμοῦν τήν εἰρήνη, αὐτοί τήν ἐπιθυμοῦν σάν ἀναγκαία ξεκούραση. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς φύλακας καί τροφός τῆς ψυχῆς τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, νά ἐπιθυμεῖ ὁλόκαρδα τήν εἰρήνη στόν κόσμο καί ὄχι τόν πόλεμο. Γι᾿ αὐτό στούς ναούς μας τό πρωί καί τό βράδυ ὑψώνονται προσευχές «εἰρήνη τῷ κόσμῳ». Γιατί προσευχές; Γιατί ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ἡ εἰρήνη στόν κόσμο εἶναι δῶρο Θεοῦ, τό ἴδιο ὅπως καί ὁ καλός καιρός καί ἡ καρποφορία καί ἡ βροχή καί ἡ ὑγεία καί ἡ ἴδια ἡ ζωή. Γι᾿ αὐτό προσευχόμαστε στόν Χορηγό ὅλων τῶν καλῶν δῶρων, νά χορηγήσει τήν εἰρήνη στόν κόσμο.

Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια τῆς ἀρετῆς καί ὄχι ἔργο ἐπιδεξιότητας. Ξέρετε ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τή σπηλιά τῆς βηθλεέμ στόν ὕμνο πρῶτα τόνισαν τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ὕστερα τήν εἰρήνη στόν κόσμο. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄: 14). Ἐκεῖνοι πού δέν δοξάζουν πρῶτα μέ πίστη καί προσευχή τόν Ὕψιστο Δημιουργό τους, πῶς μποροῦν νά ἔχουν εἰρήνη στήν ψυχή, καί πῶς ἐκεῖνο πού δέν ἔχουν μέσα τους μποροῦν νά τό προσφέρουν στόν κόσμο; Ξέρετε παρακάτω τόν λόγο τοῦ Παύλου περί τοῦ Χριστοῦ: «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφ. β΄: 14). Καί τί ἀκόμα νά πῶ; Ξέρετε ὅλο τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο στήν οὐσία εἶναι μόνη στόν κόσμο ὑπάρχουσα Ἐπιστήμη περί τῆς Εἰρήνης. Καί ξέροντας ὅλα αὐτά πῶς θά μπορούσατε καί ἐσεῖς νά σκέφτεστε διαφορετικά παρά ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια ἀρετῆς καί ὄχι ἔργο ἐπιδεξιότητας, καί ὅτι ἡ εἰρήνη μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μόνο μέ ἀρετή καί ποτέ μέ ἐπιδεξιότητα; Πάρετε γιά παράδειγμα μία οἰκογένεια, στήν ὁποία ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, καί οἱ δύο χωρίς ἀρετή, συγκροτοῦν εἰρήνη μεταξύ τους μόνο μέ τήν τεχνική. Μπορεῖ ἄραγε ἡ εἰρήνη σέ τέτοια οἰκογένεια νά εἶναι μακρόχρονη; Στήν οἰκογένεια ὅμως, ὅπου ὁ Θεός δοξάζεται, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ τιμιότητα, σ᾿ αὐτήν ἤδη ἡ εἰρήνη ὑπάρχει ἀπό μόνη της, ὡς συνέπεια τῆς ἀρετῆς. Ὅπως ἀντίστοιχα ἡ ζέστη εἶναι συνέπεια τοῦ φωτός, ἤ τό φῶς τῆς φωτιᾶς.
Ἔτσι εἶναι καί σ᾿ ἕνα λαό, καί σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Ἐάν δέν εἶχε ἡ ἀρέτη ταλαντευθεῖ στόν κόσμο, δέν θά μιλούσαμε τόσο περί τῆς εἰρήνης. Ἀφοῦ ἡ εἰρήνη θά ἔρρεε ἀπό τήν ἀρετή. Ὅμως στόν κόσμο σήμερα ὁμιλοῦν περισσότερο περί τῆς εἰρήνης ἀπ᾿ ὅ,τι στούς προηγούμενους καιρούς, καί οἱ ἄνθρωποι μοχθοῦν περισσότερο ἀπό ποτέ -ὄχι γιά νά ξαναγυρίσουν στήν ἀρετή ὡς ἀπαραίτητο ὅρο τῆς εἰρήνης- ἀλλά, γιά νά μαστορεύσουν τήν εἰρήνη μέ τήν τεχνική, τήν ἐπιδεξιότητα. Ἀλλά ὅπως ἡ στέγη δέν μπορεῖ νά σηκωθεῖ πρίν ἀπό τά θεμέλια, ἔτσι οὔτε ἡ εἰρήνη πρίν ἀπό τήν ἀρετή. Τό θεμέλιο καί ὁ ἐμπνευστής κάθε ἀρετῆς γιά μᾶς τούς χριστιανούς εἶναι ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός. Ποιός ἄλλος θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ βάση τῆς εἰρήνης στόν κόσμο ἀπ᾿ ὅτι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ἐπονομαζόμενος Ἄρχων τῆς Εἰρήνης;
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ μεγάλη χαρά καί ἑτοιμότητα θά κάνει ὅλες τίς θυσίες, πού ὁ Θεός καί ἡ ἀνθρωπότητα περιμένουν ἀπ᾿ αὐτήν, γιά τήν εἰρήνη ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ὅταν οἱ ἡγέτες τῶν λαῶν θά εἶναι πρόθυμοι νά δημιουργοῦν εἰρήνη στόν κόσμο δοξάζοντας τόν Θεό -καί ὄχι ὅπως οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί τους, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἔχτιζαν τόν πύργο τῆς Βαβυλωνίας, ἐμπιστευόμενοι μόνο τήν ἐπιδεξιότητά τους· ὅταν λαοί καί φυλές ἁπλωθοῦν στήν προσευχή μπροστά στόν Ὕψιστο, ὅταν ὁριστεῖ νηστεία, καί διαταχθεῖ ἐγκράτεια ἀπό ὅλες τίς ζωηρότητες τουλάχιστον γιά κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, ὅταν αὐστηρά ἀπαγορευτεῖ κάθε ὕβρις τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ κόσμου, ὅταν κάθε ἀρετή συνειδητά προαχθεῖ καί ξεκάθαρα τονιστεῖ σάν ὅρος εἰρήνης.
Ἕως τότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά πράττει ὅ,τι στερεώνει στήν πίστη καί τήν ἀγάπη, καί ἔτσι θά τούς κάνει ἱκανούς γιά τήν εἰρήνη μεταξύ τους. Καί ἀκόμα θά προσεύχεται ἀπό μέρα σέ μέρα στόν Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης, νά ἀξιώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς θεϊκῆς χορηγίας τῆς εἰρήνης στή γῆ.
Εἰρήνη σέ σᾶς καί χαρά ἀπό τόν Κύριο!

(Ἀπό τό βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται…», Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄, Ἐκδόσεις «Ἐν πλῷ»)




Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΕΓΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 14ο, στίχοι 16 ἔως 24, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 14-12-2014.
 
Θά σᾶς περιγράψω ἕνα περιστατικό ἐπίκαιρο καί δημοσιογραφικό. Ὁ τίτλος του εἶναι: «Ἐγώ καί τό παιδί». Ἄν θέλετε στό «ἐγώ» βάλτε ὁποιονδήποτε ἀπό σᾶς. Κυριακή πρωί, κουρασμένοι καί τσακισμένοι ἀπ᾿ τόν κόπο καί τόν μόχθο τῆς ἑβδομάδας, μέ δεκάδες προβλήματα στίς πλάτες μας, μπαίνουμε στήν Ἐκκλησία νά πάρουμε μία ἀνάσα καί τήν παίρνουμε. Ὕμνοι, ἡσυχία, προσευχές καί αἰσθανόμαστε ὄμορφα καί μακάρι νά φθάναμε καί σέ μία κατάσταση, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, «νηφαλίου μέθης». Ἀλλά προσέξτε, ἡ ἱστορία λέει, ἤ τό περιστατικό, «Ἐγώ καί τό παιδί». Ἔχω πλάι μου καί ἕνα παιδί, τό ὁποῖο μοῦ λέει: «Ἄκουσες τί εἶπε τώρα τό κείμενο; Λέει: κάποιος ἔκανε τραπέζι. Ποιός εἶναι αὐτός; Ποιός ἦταν ὁ δοῦλος του; Πῶς τούς κάλεσε; Πόσους κάλεσε; Ποιόν τρόπο εἶχε; Καί τί σημαίνει: πολλοί εἶναι κλητοί καί ὀλίγοι ἐκλεκτοί;». Καί ἤμουν στή νηφάλια μέθη. Καί ἔχω δύο δρόμους νά ἀκολουθήσω. Ἤ νά πῶ πού αὐτό τό παιδί μέ βάζει σέ πειρασμό νά χάσω τή νηφάλια μέθη καί νά σκεφτῶ καί νά μπῶ σέ πειρασμό. Ἤ νά πῶ μήπως πίσω ἀπ᾿ τά ἐρωτήματα τοῦ παιδιοῦ κρύβεται ἕνας μεγάλος μελλοντικός θεολόγος καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, πού κινεῖ τό μυαλό του γιά νά βρεῖ τίς ἀλήθειες; Γιά νά μποῦμε λιγάκι στήν ἱστορία αὐτή.
Νά μπῶ στά ἐρωτήματα τοῦ παιδιοῦ. Τό κείμενο λέει: «ἄνθρωπός τις», δέν λέει τίποτα ἄλλο. Ἀνώνυμο τό πρόσωπο. Κρύβεται πίσω ἡ προβαλλόμενη, ἀλλά κρυπτόμενη ἀνωνυμία τοῦ Θεοῦ. Θυμηθεῖτε τί εἶχε πεῖ ὁ Θεός στόν Μωυσῆ, ὅταν τοῦ εἶπε: «ποιός εἶσαι;». Εἶπε «ἐγώ εἶμαι αὐτός πού εἶμαι. Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν». Καί εἶπε καί δέν εἶπε. Ὁ Χριστός πού ἀποκαλύπτεται, ὁ Χριστός πού κρύβεται. Καί ποιός ἦταν ὁ ὑπηρέτης του; Καί ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἦταν φτωχός αὐτός ὁ ἄνθρωπός τις. Δέν εἶχε καί πολλούς ὑπηρέτες, ἕνα δοῦλο εἶχε ὅλο καί ὅλο. Ἔ, γιά νά τό καταλάβω, θά πάω στόν προφήτη Ἡσαΐα, πού ὁμιλώντας γιά τόν Χριστό, λέει ὅτι ἦταν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ἕναν πού ἔκανε ὅλη αὐτή τή δουλειά. Ὁ Χριστός, βλέπετε, καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι κρυμμένοι στήν ἀνωνυμία καί σέ πολύ ταπεινά σχήματα.
Καί πῶς γίνεται αὐτή ἡ πρόσκληση, πῶς τούς καλεῖ; Μέ ποιά ἀνακοίνωση; Δημοσιογραφική, κινηματογραφική; Τίποτα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά. Τούς καλεῖ προσωπικά, ἕναν πρός ἕνα. Μετράω τόν ἕναν πρός ἕνα καί βρίσκω τρεῖς, στήν ἀρχή. Καί μοῦ λέει τό παιδάκι μόνο τρεῖς εἶναι, ἐδῶ ἡ κοινωνία εἶναι ὁλόκληρη ἡ κοινωνία. Ἦταν ἕνας, δύο, τρεῖς καί μάλιστα αὐτοί οἱ τρεῖς ἀρνήθηκαν. Δέν στεκόμαστε ἐκεῖ, πᾶμε παρακάτω. Μετά λέει στόν δοῦλο του νά βγεῖ στίς πλατεῖες, στούς δρόμους, βλέπετε ἐπεκτείνεται σέ μιά γεωγραφία. Καί δέν κάνει, προσέξτε, δημοσιογραφική ἀνακοίνωση, καλεῖ ὅλους ἕναν πρός ἕνα μέ συγκεκριμένες ἰδιότητες, τυφλούς, χωλούς, ξηρούς. Καί εἶναι μόνο αὐτοί, μπορεῖ νά ὑπάρχουν κι ἄλλοι, ἄλλοι πού ξεχάστηκαν. Ναί, σωστό.
Ὁ Χριστός καλεῖ τούς πάντες. Κι αὐτοί πού ξεχάστηκαν; Βγαίνει ὁ δοῦλος στούς δρόμους καί προσέξτε τό κείμενο, λέει «ἀνάγκασον» αὐτούς. «Ἄ, μέ τό ζόρι, δηλαδή, θά ἔρθουν στό τραπέζι;» λέει τό παιδάκι. Ὄχι, τούς βάζει μέσα τους τέτοια δομή, τή δώρισε ἀπ᾿ τήν ἀρχή ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, νά ἔχουμε τήν ἀνάγκη τοῦ νά ἀγαποῦμε. Ἀνάγκη σημαίνει νά στρεφόμαστε σ᾿ Αὐτόν. Εἶναι μία δομή. Ὅπως ἔχουμε ἀνάγκη νά φᾶμε καί νά πιοῦμε καί εἶναι δοσμένο σάν δῶρο, διεγείρει ὁ Χριστός μέσα μας αὐτή τήν ἀνάγκη. Αὐτό τό κάνει μέ ἕνα μυστικό τρόπο. Κι ἐκεῖ πού εἶναι οἱ ἄνθρωποι χαμένοι καί δέν ξέρουν τίποτε, διεγείρει καί αὐτή τήν ἀνάγκη. Εἶναι ἐκεῖ τά ὅρια πού ἀκουμπάει ὁ Θεός, χωρίς νά καταστρατηγεῖ τήν ἐλευθερία μας καί δημιούργησε τήν ἀνάγκη.
Καί δίνω ἀπαντήσεις στό παιδί καί λέει: «πόσοι ἦταν αὐτοί;». Ὅλοι ἦταν ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται. Καί ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται εἶχε πολύ χῶρο τό τραπέζι. Καί τελικό ἐρώτημα τοῦ παιδιοῦ, «ἔ, τότε γιατί ὅλοι εἶναι κλητοί καί ὀλίγοι ἐκλεκτοί;». Εἶναι σωστό τό ἐρώτημα τώρα. Γιατί μερικοί νά εἶναι οἱ ἐκλεκτοί; Καί εἶπα στό παιδάκι, «ἀφοῦ πρόσεξες τό κείμενο πού ἄκουσες πρίν ἀπό λίγο, θά ἄκουσες καί τόν Ἀπόστολο, πού εἶπε σέ μιά φάση συγκεκριμένη "νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς". Γιά νά καταλάβεις τά ὑπόλοιπα, θά πρέπει νά νεκρώσεις τά μέλη σου ἐπί τῆς γῆς. Καί τότε οἱ πολλοί πού καλοῦνται, γίνονται ἐκλεκτοί. Ὅσοι νέκρωσαν τά πάθη τους, γίνονται ἐκλεκτοί». Καί τότε ἀρχίζει νά μοῦ λύνεται καί τό ἐρώτημα. Τό παιδί μέ βάζει σέ πειρασμό; Εἶναι δαιμονική ἡ κουβέντα πού κάνει μέσα στή Λειτουργία; Ἤ εἶναι ὁ μελλοντικός θεοφόρος Πατέρας; Καί ἡ ἀπάντηση ἔρχεται μέσα ἀπ᾿ τά κείμενα αὐτά. Ἄν καθαρίσει τά πάθη του, κρύβεται μέσα στό παιδί καί στά ἐρωτήματά του ἕνας θεοφόρος Πατέρας. Ἄν θέλει ἁπλῶς νά μέ πειράξει, κρύβεται ἕνας πειρασμός καί θά γίνει δαιμονιώδης ἀναζητητής τῶν προβλημάτων τοῦ κόσμου.
Ἐγώ καί τό παιδί. Ἐμεῖς καί ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀνώνυμος, ὁ κρυμμένος προσωπικός Θεός, μπαίνει μέσα μας καί μᾶς ἀλλάζει.
Κυριακή τῶν Προπατόρων. Καί ἡ Ἐκκλησία μας κινεῖται μέσα ἀπό αὐτούς τούς ρυθμούς. Καί ἑτοιμαζόμαστε γιά τά Χριστούγεννα. Μά νομίζω, ὄχι λάθος εἶναι, ὄχι νομίζω, σίγουρα σᾶς λέω, αὐτά εἶναι τά Χριστούγεννα. Ἄν πάρετε αὐτές τίς ἀπαντήσεις καί βγεῖτε ἀπό μία ἀφηρημένη, νηφάλια μέθη καί μπεῖτε σέ μία πράξη ζωῆς, ὅπου μέσα ἐκεῖ θά βρεῖτε καί τή νηφάλια μέθη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου

 

 
Μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων
Ἀπομαγνητοφωνημένο
ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού
ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τοῦ κατάἸωάννην Εὐαγγελίου,
στό χωρίο Κεφάλαιο 10, στίχοι 17-18, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου,
Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Πέμπτη 28-02-2002.
(Ἡ
ἀπομαγνητοφώνηση ἔγινε ἀπό τόν Ἁγιορείτη Μοναχό Δαμασκηνό τόν
Καρακαλληνό καί πρωτοδημοσιεύτηκε στό περιοδικό Θεοδρομία, τεῦχος 2,
Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2003).
«….Διά
τοῦτό ὁ πατήρ με ἀγαπᾶ, ὅτι ἐγώ τίθημι τήν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω
αὐτήν» (Ἰωάν. 10, 17). «Γι’ αὐτό μ’ ἀγαπάει ὁ Πατέρας, λέει, γιατί ἐγώ
βάζω τήν ζωή μου, τήν ψυχή μου, γιά νά τήν πάρω πάλι πίσω».
Κοιτᾶξτε
αὐτό πού λέει ἐδῶ. Εἶναι ἐκεῖνο πού ἔλεγε τήν προηγούμενη φορά, «τήν
ψυχήν μου τίθημι» (Ἰωάν. 10, 15), ἀλλά διευρυμένο. Προσέξτε αὐτό τό
«διευρυμένο». Δέν λέει [τώρα] μόνο «τίθημι τήν ψυχήν μου», [ἀλλά
προσθέτει] «ἵνα λάβω αὐτήν». Ἐδῶ, σημαίνει κάτι τρομερά ἐξουσιαστικό.
Κανείς δέν μπορεῖ νά πῆ τήν φράση ὁλοκληρωμένη «ἐγώ, θά βάλω τήν ψυχήν
μου ἐδῶ, δηλαδή θά θυσιασθῶ», χωρίς νά ἔχη καί τό δεύτερο στοιχεῖο.
Ἔβαλες τήν ψυχή σου. Μετά, τί γίνεται;


Χριστός, [ὅμως], εἶναι κυρίαρχος, καί λέει «ἵνα λάβω αὐτήν». Τήν βάζω
καί τήν παίρνω. Ποῦ τήν βάζει τήν ψυχή του; Πρέπει νά θεολογήσωμε ἐδῶ.
«Τίθημι», λέει. Ποῦ; Γιά ποιούς; Γιά τόν λαό. Ποῦ; [Ἐδῶ] εἶναι καθαρή
θεολογία, ἡ περί Ἀναστάσεως θεολογία, καί ἡ περί καθόδου στόν Ἅδη
θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Τό λέει καί
τό τροπάριο: «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ὡς Θεός…, [πάντα
πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος]». Ὑπάρχει, λοιπόν, μία θεολογία. Εἶναι ἡ κάθοδος
στόν Ἅδη, πού κατεβαίνει ὁ Χριστός, μέ τήν ψυχή Του, γιατί τό σῶμα Του
εἶναι στόν τάφο. Καί κατεβαίνει ὡς νικητής, καί εἶναι κυρίαρχος τοῦ Ἅδη,
καί αἴρει τίς ψυχές ἐπάνω.
Δηλαδή, ἐνῶ ὁ
κάθε νεκρός δέν μπορεῖ πιά νά κυριαρχήση στά πράγματα, ὁ Χριστός
κυριαρχεῖ στά πράγματα. Κι αυτή εἶναι ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτοῦ τοῦ νεκροῦ.
Μέχρι τότε, ὅλοι οἱ νεκροί, ὅλοι οἱ δίκαιοι… πήγαιναν στόν Ἅδη, καί δέν
μποροῦσαν νά ἔχουν μία ἄρση τῆς ψυχῆς τους ἀπό μέσα. Καί ἔρχεται ὁ
Χριστός καί κάνει αὐτήν τήν κίνηση, πού κατεβαίνει καί μπορεῖ νά ἀνεβῆ
καί νά πάρη ὅλες τίς ψυχές μαζί Του.
Γι’
αὐτό λέει : «αἴρω αὐτήν». «Δέν εἶναι ἁπλῶς, ὅτι μποροῦν νά μέ σκοτώσουν.
Φυσικά, καί μπορεῖ νά μέ σκοτώσουν, ἀνά πᾶσα στιγμή. Ἀλλά, ἐγώ,
κυριαρχῶ στά πράγματα. Καί ἄν ἀκόμη μέ σκοτώσουν, ἡ ψυχή μου, κατά τήν
κοινή λογική, θά πάη στόν Ἅδη». Μέ τήν θεία, ὅμως, λογική, θά τούς πάρη
ὅλους ἀπό τόν Ἅδη καί θά τόν ἀδειάση τόν Ἅδη. Καί, ἐδῶ, ἔχει τά
οὐσιαστικά στοιχεῖα τῆς θεολογίας τῆς καθόδου στόν Ἅδη.
Καί
δευτερευόντως, ὡς ἦθος, δηλώνει καί κάτι πολύ οὐσιαστικό. Ὅτι ἕνας
Χριστιανός πού μπαίνη σέ ἕναν δύσκολο χῶρο, ἄν ἔχη κουράγιο καί εἶναι
ἄνθρωπος πνευματικός, τόν καθαρίζει τόν χῶρο. Περνάει μαρτυρικά, ἀλλά
τόν καθαρίζει.
Ἀλλά τό χωρίο, ἐδῶ, εἶναι
συγκεκριμένο. Τό χωρίο αὐτό, ἀφορᾶ τόν Χριστό, καί μόνο Αὐτόν… Λέει
ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι αὐτό τό χωρίο ἀναφέρεται μόνο
στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· καί κανείς δέν μπορεῖ νά κάνη χρήση τοῦ χωρίου
αὐτοῦ γιά τόν ἑαυτό του. Γιατί κανείς δέν μπορεῖ μόνος του «νά ἄρη τήν
ψυχήν αὐτοῦ». Γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά σώση κάποιον, παρά μόνον ὁ
Χριστός σώζει, μ’ αὐτήν τήν νίκη Του ἐπάνω στόν θάνατο. Κι ἐμεῖς
ἀκολουθοῦμε πιά τόν Χριστό, ἑνωνόμαστε μαζί Του, καί ἔχοντας αὐτήν τήν
ἕνωση μαζί Του, ξεπερνοῦμε τόν θάνατο. Ἀλλά, ἐν Χριστῷ!
 Πρωτογενῶς,
Ἐκεῖνος τό ἔκανε. Ἐμεῖς, [ἁπλῶς] μετέχομε στήν ζωή Του.
Χριστοποιούμεθα. Καί ἐπειδή Ἐκεῖνος εἶναι ὁ νικητής τοῦ Ἅδη, ἐμεῖς
ἔχοντας ζωή μέσα στήν ζωή τοῦ νικητῆ τοῦ Ἅδη, νικοῦμε τόν Ἅδη. Ἀλλά ὄχι
πρωτογενῶς! Ἐδῶ, τό λέει Ἐκεῖνος. Λέει « ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν».Μιλάει
προσωπικά. Ἐμεῖς, μετέχομε στόν Χριστό. Ἐκεῖνος, μιλάει προσωπικά. Ἀφορᾶ
μόνο τόν Χριστό αὐτό τό κομμάτι. Καί τό τονίζω, γιατί αὐτό τό χωρίο
εἶναι καίριο.
Καί εἶναι μιά πιό προωθημένη
ἀπάντηση, αὐτό εἰδικά τό δεύτερο μέρος, στήν θεολογία περί
μεταμοσχεύσεων, πού προσπαθοῦν να θεμελιώσουν, μέσα ἀπό αὐτό τό χωρίο.
Εἶναι αἰρετική ἡ χρῆσις τοῦ χωρίου αὐτοῦ γιά τίς μεταμοσχεύσεις. Γιατί,
δέν μπορεῖς νά πῆς, ὅτι δίνεις τά ὄργανά σου καί «θέτεις τήν ψυχήν σου».
Μπορεῖς νά τήν λάβης; Καί τί εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες, ὅτι μόνο
τόν Χριστό ἀφορᾶ αὐτό τό κομμάτι;
Τουλάχιστον,
γιατί χρησιμοποιοῦν αὐτό τό χωρίο; Γιά νά δείξουν ψευτο-αγαπητική
διάθεση; Εἶναι δύο πράγματα, πού τρέχουν γύρω ἀπό αὐτήν τήν ἱστορία…
Πρέπει νά ξεκαθαρίσωμε τά πράγματα. Ὁ λαός πρέπει νά ξέρη. Καί μπορεῖ νά
ξέρη μόνο μέσα ἀπό τήν θεολογία του, καί τίποτε ἄλλο. Καί αὐτά εἶναι
κείμενα θεολογικά.
Καί ἀπό τούς ἄλλους,
δέν ζητῶ τίποτε. Ἀς κάνουν μόνο ἐπιστήμη. Αὐτός εἶναι ὁ ρόλος τους.
Μακάρι νά θεολογοῦσαν, κι ὅλας. Ἀλλά, ἀπό ἐμᾶς ζητῶ θεολογία. Καί τά
κείμενα αὐτά εἶναι ἀναλλοίωτα. Οὔτε τόν Ἰωάννη [τόν Εὐαγγελιστή]
ἀλλάζεις, οὔτε τόν Χρυσόστομο ἀλλάζεις. Σοῦ ἀρέσει, δέν σοῦ ἀρέσει!
Θέλεις δέν θέλεις! Δέν γίνεται ἀλλιῶς! Δέν εἶναι δική σου ἐπιθυμία πῶς
θά τόν χρησιμοποιήσης.
Πρέπει νά ἔχωμε,
λοιπόν, δύο πράγματα στόν νοῦ μας. Δύο βασικώτατα στοιχεῖα. Γιά νά ἔχετε
ξεκαθαρισμένο νοῦ. Μέ ἐνδιαφέρει οἱ Χριστιανοί νά ἔχουν μέ ἁπλότητα
ξεκαθαρισμένο νοῦ. Νά ξέρουν ἕνα – δυό πράγματα, ὥστε νά εἶναι
ξεκαθαρισμένος ὁ νοῦς τους.
Προσέξτε:
ἀφετηριακά, κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τίς μεταμοσχεύσεις. Ἄν ἔχω
πραγματικά πεθάνει καί μοῦ πάρουν τό δάκτυλό μου, δέν μέ νοιάζει. Ἀν
εἶναι κάποιος ἐν ζωῇ καί θέλη νά δώση στό παιδί του, πού εἶναι ἄρρωστο,
τό νεφρό του, ἐγώ δέν ἔχω ἀντίρρηση. Ἀφετηριακά, δέν ἔχομε ἀντίσταση,
ἀντίδραση. Ἀρκεῖ, ἐκεῖνος ἀπό τόν ὁποῖο παίρνομε τά ὄργανά του νά εἶναι
νεκρός.
Ἡ ἀντίδρασις ἀρχίζει ἀπό ἐκεῖνο τό
σημεῖο ἀκριβῶς : ὅτι ἐμεῖς πιστεύομε ὅτι δέν εἶναι νεκρός. Ἐκεῖ ἀρχίζει
τό καίριο σημεῖο. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἄλλαξαν τόν ὅρο. Ἔκαναν τόν θάνατο
«ἐγκεφαλικό θάνατο». Καί ὑπάρχει καί ὁ κλινικός θάνατος. Δύο «θάνατοι»
ὑπάρχουν γι’ αὐτούς! [Γιατί;] Γιά νά πάρουν στό [ὑποτιθέμενο] ἐνδιάμεσο,
τά ὄργανα [δηλαδή, γιά νά κάνουν χρήση τοῦ τεχνητοῦ κατασκευάσματος τοῦ
ἐγκεφαλικοῦ θανάτου καί νά πάρουν κάποιου τά ὄργανα].
Λοιπόν,
δέν ἀρνούμεθα αὐτές καθ’ ἑαυτές τίς μεταμοσχεύσεις. Καί οἱ ἅγιοι
Ἀνάργυροι μεταμόσχευση ἔκαναν. Πῆραν τό πόδι ἑνός μαύρου, μετά 4 ἡμέρες
ἀπό τόν θάνατό του, καί τό ἔβαλαν σέ ἕναν ἀσθενῆ. Ἔτσι… Ἄς μή φοβόμαστε,
μήπως στόν Παράδεισο θά εἴμαστε χωρίς μέλη [ἐάν μᾶς τά πάρουν ἐδῶ]. Δέν
εἶναι αὐτή ἡ θεολογία!
Ἄρα, βλέπετε, τό
πρῶτο [ἐπιχείρημά μας] εἶναι ὅτι δέν ἀρνούμεθα. Ἀλλά δέν θέλομε νά
σκοτώνουν ἀνθρώπους γιά νά παίρνουν τά ὄργανα. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο
βασικό πού πρέπει νά ἔχετε στόν νοῦ σας. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο βασικό καί
οὐσιαστικό.
Προκειμένου, ὅμως, νά πείσουν
τούς Χριστιανούς γιά νά δίνουν τά ὄργανά τους, δέν μποροῦν νά
χρησιμοποιοῦν αὐτό τό χωρίο. Καί, ὅμως, τό χρησιμοποιοῦν. Αὐτό εἶναι τό
λάθος. Δέν μποροῦν, ὅμως, οἱ θεολόγοι, νά πλανοῦν τούς πιστούς. Δέν εἶπα
«ἡ Ἐκκλησία». Ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει πάρει ἀκόμη ἐπίσημη ἀπόφαση, παρ’ ὅλο
πού οἱ εἰσηγήσεις, πού γίνονται ἀπό τούς θεολόγους, αὐτό τό χωρίο
χρησιμοποιοῦν. Αἱρετικώτατα. Σκανδαλωδῶς αἱρετικώτατα.
Ἄν
δέν ξέρουν τί λένε οἱ Πατέρες, νά σωπάσουν. Ἄς μιλήσουν γιά οὐράνια
πράγματα, περί ἀγγέλων, ἀρχαγγέλων, Σεραφείμ, Χερουβείμ -θα εἶναι πολύ
καλύτερα- καί νά σταματήσουν τήν ἄκαιρη ἀνθρωπολογία τους. Δέν μπορεῖ
κανείς νά παίζη μέ αὐτά τά πράγματα καί μέ τήν ζωή τοῦ λαοῦ.
Ἔτσι,
λοιπόν, ἐδῶ, εἶναι συγκεκριμένο τό πρᾶγμα. Εἶναι μόνο γιά τόν Χριστό
αὐτό τό κομμάτι. Δέν μποροῦν νά λένε καί αὐτοί: «Τήν ψυχήν μου τίθημι
ὑπέρ τῶν προβάτων», καί νά ἐννοοῦν, ὅτι καί αὐτοί μποροῦν νά κάνουν τό
ἴδιο. [Ἐσύ, πού τό λές αὐτό, τί εἶσαι;] Σωτήρ, εἶσαι;
Νά
βρεῖ ἡ ἐπιστήμη τρόπο μετά τόν θάνατό μου νά διατηροῦνται τά ὄργανά
μου, να τά πάρουν [μετά τόν θάνατό μου], καμμία ἀντίρρηση. Ἀλλά, δέν
γίνεται [αὐτό] σήμερα. Πρέπει τό ὄργανο νά εἶναι ζωντανό. Ἄν ἔχης
πεθάνει, δέν μπορεῖ νά στό πάρη. Ἄρα, πρέπει νά σέ σκοτώση γιά νά σοῦ τό
πάρη.
Ἡ ἱστορία δέν εἶναι «μόλις τρία
δευτερόλεπτα ἔχει ἀκόμα καί θά πεθάνη», όπως λένε. Γιά μένα, ὅμως, τρία
δευτερόλεπτα εἶναι αἰώνας. Γιά τό μάτι τοῦ Χριστοῦ εἶναι αἰώνας. Δέν
μπορεῖ ὁ λαός νά πλανᾶται μέ ψευτοθεολογίες.
Τί
εἶναι, ὅμως, αὐτό τό φαινόμενο; Ἐγώ, αὐτό τό λέω «μία κακοδοξία τοῦ
ψευτοαγαπισμοῦ». Ἔτσι τό λέω. Εἶναι κακοδοξία τοῦ ψευτοαγαπισμοῦ.
Ὑπῆρχαν καί παληά, καί στόν αἰώνα μας, στόν χῶρο εἰδικά τῆς
Ρωμαιοκαθολικῆς «Ἐκκλησίας», τέτοιες κακοδοξίες ψευτοαγαπισμοῦ, σέ ἄλλα
μεγέθη… Ἐπανέρχεται, ὅμως, αὐτή ἡ ὁρολογία κάτω ἀπό νέο πρῖσμα. Εἶναι ἡ
κακοδοξία τοῦ ψευτοαγαπισμοῦ.
Ἔτσι,
πείθεται ὁ λαός, συγκινεῖται καί λέει: «Νά, κοίταξε, τό ἔκανε καί ὁ
Χριστός». Τί ἔκανε ὁ Χριστός; [Ὁ Χριστός] κατέβηκε ὡς νικητής στόν Ἅδη
καί ἔσωσε ἐμᾶς. Καί δέν σημαίνει -τό «τίθημι τήν ψυχή μου» τοῦ Χριστοῦ-
δέν σημαίνει : «Πάρετε τά ὄργανά μου γιά νά σωθῆτε»!
Μακάρι
νά βρῆ ἡ ἐπιστήμη τρόπο καί νά τά παίρνη μετά τόν θάνατό μου. Ἐγώ,
προσωπικά, δέν ἔχω ἀντίρρηση. Ἀλλά, ὄχι ἔτσι. Ὄχι πλανῶντας τόν κόσμο
καί μπαίνοντας σέ μία διεργασία πραγματικοῦ θανάτου γιά τόν ἄλλον, ἐνῶ
ζῆ ἀκόμη. Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά μή θεολογήσωμε.
Τό
Κράτος νά πάρη τίς εὐθύνες του. Ἀλλά, ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά γίνωμε
ἀγκωνάρι στό κράτος γιά νά πετύχη τά ἐπιδιωκώμενα. Καί τό Κράτος
καίγεται. Καί ἔχει τρομερά τήν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτό τό θέμα. Ἡ
Ἑλλάδα εἶναι ἡ τελευταία χώρα σέ δότες στήν Εὐρώπη. Και ἄν ἡ Ἐκκλησία πῆ
λόγο [ὑπέρ τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου] θά ἀνοίξουν οἱ κρουνοί…

Ἐκκλησία, ὅμως, δέν πρέπει νά πῆ λόγο. Καί δέν πρέπει νά παίξη τό
παιχνίδι τους · γιά λόγους θεολογικούς. Γιατί, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ἔχομε
[γνήσια] θεολογία. Δέν ἔχομε ἄκαιρη ἀνθρωπολογία.
Και
κάτι οὐσιαστικό καί τελικό: αὐτό τό κομμάτι τοῦ Εὐαγγελίου πού ἀρχίζει
μέ τήν φράση «αἴρω τήν ψυχή μου…» κ.λ.π. -πού αὐτό το κάνει μόνο ὁ
Χριστός- ἔχει μία μοναδικότητα μέσα του. Μία μοναδικότητα καί ἕνα κάλλος
πού κανείς δέν μπορεῖ νά ὑποκαταστήση καί νά παίζη μέ αὐτά τά πράγματα.
Καί
νά «ἀποκτήσωμε», λοιπόν, ἀγάπη! Καί οὔτε νά λέμε: «Ξέρεις, μά καί οἱ
μάρτυρες ἔδιναν τό αἷμα τους…». Μά, τί; Εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα; Τό ἄκουγα
προχθές, πού τό ἔλεγε ἕνας καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Μά εἶναι τό
ἴδιο πρᾶγμα;
Και τό τελευταῖο ἐπιχείρημα,
εἶναι ὅτι ὁ Χριστός θέλει καί κάνει αὐτό πού κάνει. Ἕνας, ὁ ὁποῖος
εἶναι, κατ’ αὐτούς, νεκρός, θέλει νά κάνη αὐτό πού ἐκεῖνοι θέλουν; Εἶπε
«ἐγώ θέλω»; [ Ὄχι.] Δέν εἶπε τό «θέλω» του. Δέν εἶπε: «Ναί, σκοτῶστε με
για νά πάρετε τά ὄργανά μου».
Τό θέμα
εἶναι ἀνοικτό; Ὄχι. [Τό θέμα εἶναι κλειστό.] Τό θέμα, πιστεύω, πώς, ἀπό
ἐδῶ καί μετά, δέν σηκώνει κουβέντα. Γιατί; Δέν σηκώνει κουβέντα πιά, γιά
ἕναν λόγο. Δέν χρειάζεται πιά νά γίνεται διαμάχη στό διπλό ἐπίπεδο, τί
λέει ἡ ἐπιστήμη και τί λέει ἡ θεολογία. Ἡ μέν ἐπιστήμη πῆρε τόν δρόμο
της. Ἡ ἐπιστήμη τόσο γνωρίζει. Ξέρει ὅτι πεθαίνει τό σῶμα. Μπορεῖ νά δῆ
τί ὥρα φεύγει ἡ ψυχή; Ἁπλῶς, διαπιστώνει πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανός
ἀκόμα, ἀλλά θά πεθάνη σύντομα και τοῦ παίρνουν τά ὄργανα. Ἡ θεολογία
ξέρει πότε φεύγει ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα; Ὄχι. Οὔτε αὐτή τό ξέρει! Ἀφοῦ
μιλοῦν τά τροπάρια περί «τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου».
 Ἔ,
λοιπόν, πρόκειται περί μυστηρίου. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία. Ἡ ὥρα πού
χωρίζεται τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή εἶναι μυστήριο. Ποιός μπορεῖ νά μπῆ στό
μυστήριο; Ἡ ἐπιστήμη; Ἀδύνατον. Ἡ θεολογία; Ἀδύνατον. Ἄρα, ἡ θεολογία
εἶναι περιφερειακή -καί ὅλα αὐτά πού σᾶς λέω- γιά νά ἀποτραπῆ τό
ἔγκλημα, καί ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἀνύπαρκτη [ἀνίκανη], ὥστε νά μπορῆ νά ἔχη
λόγο γιά τήν ὥρα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.
Ἐφ’
ὅσον, λοιπόν, πρόκειται περί μυστηρίου, ὁποιοσδήποτε λόγος εἶναι
περιττός, περί [ἐγκεφαλικοῦ] θανάτου. Ὁποιοιδήποτε ἄλλοι μιλοῦν, τί
κάνουν; Πᾶνε νά ἐρευνήσουν τό μυστήριο. Ἀλλά, «οὐ φέρει τό μυστήριον
ἔρευναν».
Αὐτό πῆγε νά κάνη ὁ Βαρλαάμ, καί
ἀντιτάχθηκε ὁ Παλαμᾶς. [Ὁ Βαρλαάμ] πῆγε νά ἐρευνήση τό μυστήριο τῆς
γνώσεως τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δυνατόν νά γίνη; Καί ἐκεῖ χτυπήθηκαν
οἱ δύο πολιτισμοί. Τοῦ ἐγκεφαλισμοῦ καί τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ, πρίν ἀπό
ἑπτά αἰῶνες. Ἐμεῖς, δέν μποροῦμε νά ἐπανέλθωμε σέ Νεοβαρλααμισμούς : νά
ἐρευνοῦμε τό μυστήριο. Ὅ,τι καί νά ποῦν, ὅ,τι καί νά βροῦν, ὅπως καί ἄν
ὁρίσουν τόν θάνατο, ὁ θάνατος θά παραμένη μυστήριο. Τό τί ὥρα φεύγει ἡ
ψυχή ἀπό τό σῶμα.
Γι’ αὐτό, ἐμεῖς, πρέπει
νά περιμένωμε τό σῶμα πραγματικά νά εἶναι πεθαμένο. Ἄς τό διαπιστώνωμε,
ὅπως τό διεπίστωνε ἡ παληά Ἰατρική, ὁ παληός ὁ γιατρουδάκος, ὥστε νά
εἴμαστε σίγουροι. Τό πότε ἀκριβῶς πέθανε ἕνας ἄνθρωπος δεν τό ξέρομε.
Γι’ αὐτό, δέν πρέπει νά γίνωνται ἄκαιρες παρεμβάσεις. «Οὐ φέρει, λοιπόν,
τό μυστήριον ἔρευναν».
Καί σ’ αὐτό, ποιός
θά ἔχη [θά μπορῆ] νά ἀπαντήση; Νά πῆ κάτι; [Κανείς.] Ποιός θά ἔχη νά πῆ
κάτι γιά το μυστήριο; Ἄρα, τονίζω καί φωνάζω, ἀπό σήμερα καί μετά, ὅτι
«τό θέμα δέν σηκώνει κουβέντα». Παύσετε νά κουβεντιάζετε, θεολογικά. Ἤ
χρησιμοποιῶντας τήν Ἰατρική σάν δεκανίκι. Δέν γίνεται! Πρόκειται περί
μυστηρίου! Καί πίσω ἀπό ἐκεῖ, εἶναι [κρυμμένο] τό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ
σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Βλέπετε, τό κείμενο τί ἐπικαιρότητα ἀποκτᾶ τώρα;
Βλέπετε, πῶς τά λέει ὁ Χριστός! Μέ τί προοπτικές τά λέει! Τί ἔχει στόν
νοῦ Του! Ξέρει καί τό αὔριο καί τό μεθαύριο, Ἐκεῖνος.
Ἔτσι,
μετά ἀπό αὐτά πού λέει [στήν ἀρχή], ἐπανέρχεται καί λέει: «Ἵνα λάβω
αὐτήν». Καί συνεχίζει τό κείμενο: «Οὐδείς αἴρει αὐτήν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγώ
τίθημι αὐτήν ἀπ’ ἐμαυτοῦ. Ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν καί ἐξουσίαν ἔχω
πάλιν λαβεῖν αὐτήν · ταύτην τήν ἐντολήν ἔλαβον παρά τοῦ πατρός μου»
(Ἰωάν. 10, 18).
«Κανείς δέν μπορεῖ νά πάρη
τήν ψυχή μου, λέει, κι ἄς μέ σκοτώσουν». Ἐγώ, τήν καταθέτω καί ἔχω, ἀπ’
ἐμαυτοῦ, ἐξουσίαν νά τήν θύσω καί πάλιν ἔχω ἐξουσίαν ἵνα λάβω αὐτήν,
γιατί ἔτσι μοῦ εἶπε ὁ Πατέρας μου». Βλέπετε τήν μοναδικότητα τῆς
ἐξουσίας; Αὐτός μόνο [μπορεῖ νά τό κάνη].«Ἐξουσίαν ἔχω -λέει- παρά τοῦ
πατρός μου».
Δέν ἔχει τό κείμενο
μοναδικότητα; Μπορεῖ κανείς νά τό χρησιμοποιήση γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη
περίπτωση; Μπορεῖ κάποιος ἀπό ἐμᾶς νά πῆ, ὅτι «ἔχω ἐξουσία ἐγώ νά πάρω
τήν ψυχή μου καί νά τήν δώσω»; Ἔχομε, ἐμεῖς, τέτοια ἐξουσία; Πού
σημαίνει, [ἐγώ] σώζω τόν ἄλλον;
Σωζώμεθα
ἐν Χριστῷ. Καί, ἀγαπῶντας τόν ἄλλον, τοῦ ἀνοίγομε τόν δρόμο γιά τόν
Χριστό. Ὅλος ὁ κόσμος. Αὐτό πού κάνετε ἐσεῖς, καί αὐτό πού κάνω ἐγώ. Ὁ
καθένας μας, μέ τόν τρόπο του, ἀπό τόν χῶρο καί τό μετερίζι πού
βρίσκεται μέσα στήν Ἐκκλησία, γίνεται ἕνας βοηθός σωτηρίας τοῦ ἄλλου.
Βλέπετε,
ἡ Εὔα ἦταν «βοηθός κατ’ αὐτόν [τόν Ἀδάμ]». Δηλαδή, βοηθός σωτηρίας τοῦ
Ἀδάμ. Αὐτό παραμένει τό μοναδικό μέγεθος. Καί ἕνα ἱερέας, ἕνας
πνευματικός, ἕνας ἐπίσκοπος, τί εἶναι; Εἶναι αὐτό τό μέγεθος πού βοηθεῖ,
ἀνοίγει δρόμο, ἀλλά ἕνας εἶναι ὁ σώζων. Ὁ Χριστός μας.
Δέν
μπορεῖ κάποιος νά πάρη αὐτήν τήν ἐξουσία καί νά πῆ: «Ἐγώ θά σώσω». Ἄν
τό πῆ, θά κρύβεται πίσω ἕνας τρομερός ἐγωϊσμός… Εἴμαστε ἐν δυνάμει
συνεργοί τῆς σωτηρίας τοῦ ἄλλου. Συνεργοί τῆς σωτηρίας τοῦ ἄλλου…
Διακονοῦμε τήν σωτηρία τῶν ἄλλων… Αὐτό εἶναι τό κύριο, τό πρωτογενές
ἔργο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὅπου καί ἄν βρίσκεται.

Χριστός, ὅταν γιατρεύη, γιατρεύει καί τά δύο. Καί τήν ψυχή καί τό σῶμα.
Δέν ὑπάρχει ἀγάπη μονομερής, πού ἀντιμετωπίζει τόν ἄνθρωπο μονομερῶς
[πού θέλει δηλαδή νά γιατρέψη μόνο τό σῶμα, καί ἀδιαφορεῖ γιά τήν ψυχή].
Ὅσο βλέπομε τήν ἀγάπη μονομερῶς, τότε ἤ θά τήν κουκουλώνομε μέ τήν
τραγωδία μας, ἤ θά κομματιαζόμαστε. Καί ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά
κομματιαζώμαστε γιά νά δοῦμε τήν ἀποτυχία μας. Δέν ὑπάρχει ἀγάπη
μονομερής.
…Ἀκόμη καί ἡ κουβέντα περί
ἀγάπης εἶναι δαιμονισμένη, πολλές φορές, ἄν κρύβη τήν ἀλήθεια [τήν περί
ζωῆς ἀλήθεια]. Π.χ. «ἀγαπηθῆτε, ἀγαπᾶτε, καί μή σᾶς νοιάζη γιά τά
ὑπόλοιπα». Καί, ἐν ὀνόματι μιᾶς ψευτοαγάπης, διχάζουν τόν κόσμο….
Ξέρω
ὅτι εἶναι μυστήριο ὁ θάνατος. Καί, ἐπειδή θά περάσω -καί ἐγώ και ἐσεῖς-
ἀπό τό μυστήριο τοῦ θανάτου, προτρέχω, [προσπαθῶ] νά εἶμαι μέσα στό
μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ζήσω τόν θάνατο ὡς μυστήριο
χριστοειδές, καί ὄχι ὡς μυστήριο χαμοῦ. Προσεγγίζω τό μυστήριο βιωματικά
πιά.
Καί, πραγματικά, ἐκεῖ φθάνει ὅλη
αὐτή ἡ ἀναζήτηση γιά τόν ἐγκεφαλικό θάνατο, κ.λ.π. Δέν μποροῦμε πιά νά
ποῦμε τίποτε. Ἡ ἐπιστήμη χίλια νά πῆ, δέν μπορεῖ νά εἰσέλθη [στό
μυστήριο]. Θά λέη πάντα πῶς εἶναι τό σῶμα. Βλέπει τήν ψυχή; Ἔχει ὄργανα
[γιά νά τήν ἀνιχνεύση];
…Ἡ ψυχή, κατά τούς
Πατέρες, διαχέεται σ’ ὅλο τό σῶμα. Σταμάτησε [ἔστω] ὁ ἐγκέφαλος. Ἡ
ψυχή, δέν εἶναι στά ἄλλα μέρη τοῦ σώματος; Δέν μπορῶ νά τό ἀγνοήσω αὐτό
τό πρᾶγμα.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, λέει, ὅτι
μαζεύεται στά μέσα στοιχεῖα τοῦ σώματος. Συγκεντρώνεται μέσα, ἀκόμη καί
ἄν δέν ὑπάρχη ψυχή στόν ἐγκέφαλο, καί [ὁ ἄνθρωπος] δέν κινεῖται. Πέθανε ὁ
ἄνθρωπος; Ὄχι. Νά, ἡ δογματική τῆς Ἐκκλησίας: ὅτι διαχέεται παντοῦ ἡ
ψυχή. Σ’ ὅλο τό σῶμα. Πότε φεύγει ὁριστικά, τελευταῖα – τελευταῖα, δέν
ξέρομε. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχη ἀκόμη [μέσα στό σῶμα], δέν μποροῦμε νά τόν
ἀγγίξωμε [τόν ἄνθρωπο].
Ἄκουσα, προχθές,
ἕναν καθηγητή νά χρησιμοποιῆ, ἀνοήτως, τό πείραμα τοῦ βατράχου, το
γνωστό πείραμα πού κάνουν ὅλοι οἱ πρωτοετεῖς φοιτητές τῆς Ἰατρικῆς
Σχολής, γιά νά ἀναλύσει τον άνθρωπο! [και νά δώση λύση στό θέμα τοῦ
ἐγκεφαλικοῦ θανάτου] Μά, αὐτά, εἶναι ἀνόητα πράγματα.
Παίρνουν
τόν βάτραχο, τοῦ κόβουν τό κεφάλι καί παρατηροῦν ὅτι ὁ βάτραχος ἀκόμη
κινεῖται… Καί λένε: «κοίταξε, τοῦ ἔκοψα το κεφάλι, δέν ἔχει ἐγκέφαλο,
ἀλλά κινεῖται». Εἶναι δηλαδή ἕνας μυϊκός τόνος. Ἀλλά ξεχνᾶνε ὅτι ὁ
βάτραχος δέν ἔχει ψυχή, πού ἔχει εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἐπάνω της.
Καί
αὐτό τό εἶπε ὁ καθηγητής γιά νά ἐπιβεβαιώση [ὑποστηρίξη] τίς
μεταμοσχεύσεις! Καί ἔφερε [ὡς ἀπόδειξη], σέ κληρικούς καί θεολόγους, τό
πείραμα τοῦ βατράχου! Μά, εἶναι σοβαρά πράγματα αὐτά;
…Συγγνώμη,
ἀλλά ξέρεις πότε πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος; Ἐσύ, βλέπεις τόν ἐγκέφαλο. Λές
μόνο ὅτι «πέθανε ὁ ἐγκέφαλος». Καί μοῦ λές, μόνος σου, ὅτι «ἡ καρδιά ζεῖ
ἀκόμη», καί γι’αὐτό , λές, «μπορῶ νά τήν πάρω». Ἄρα, ζεῖ ἡ καρδιά. Και
ἐγώ μέν σοῦ μιλάω γιά τό «μυστήριο τοῦ θανάτου» καί ὅτι ἡ ψυχή παραμένει
ἀκόμη στό σῶμα, καί ἐσύ μοῦ λές γιά τό «μυστήριο τοῦ βατράχου»! Ἔ, δέν
μπορεῖ νά γίνη διάλογος ἔτσι. Μιλᾶμε γιά ἀνόμοια πράγματα…
Ἄν
μετά ἀπό ἕνα τροχαῖο δυστύχημα, ἕνας καταλήξη ἐγκεφαλικά νεκρός, καί
δηλωθῆ ὡς ἐγκεφαλικά νεκρός, ἀλλά ὄχι κλινικά νεκρός, ἐγώ δέν μπορῶ νά
πάρω τά ὄργανά του. Μέ τήν προοπτική ὅτι θά πεθάνη μετά ἀπό πέντε
δευτερόλεπτα, ἐγώ ὄργανα δέν μπορῶ νά πάρω. Ἀδυνατῶ.
Μᾶς
ἔλεγε, προχθές, ὁ πατήρ Κωνσταντῖνος, ἀπό τό Ἀσκληπιεῖο [Βούλας], ἕνα
πολύ ὡραῖο παράδειγμα. Καί μᾶς τόνισε τήν προσωπική του εὐθύνη σ’ αὐτό
τό γεγονός. Το εἶπε δημόσια.
Παληά, πρίν
ἀρχίση ὅλη αὐτή ἡ διαμάχη [γιά τίς μεταμοσχεύσεις], ὅταν ἦταν ἐφημέριος
τοῦ Νοσοκομείου, ὁ παππούλης, ἔρχεται ἕνας πατέρας καί λέει στόν πατέρα
Κωνσταντῖνο: «Τό παιδί μου εἶναι ἐγκεφαλικά νεκρό, καί μοῦ ζητοῦν οἱ
γιατροί νά ὑπογράψω γιά νά πάρουν τά ὄργανά του. Παππούλη, τί νά κάνω;»
Τοῦ λέει ἐκεῖνος: «Δῶστα». Δέν ἤξερε, τότε, ὁ παππούλης.

πατέρας, πηγαίνοντας νά ὑπογράψη, πέρασε ἀπό τό ἐκκλησάκι τοῦ
νοσοκομείου, τόν ἅγιο Παντελεήμονα. Τοῦ λέει: «Ἅγιε Παντελεήμονα, πές
μου τί νά κάνω; Εἶμαι σέ προβληματισμό». Καί λέει μετά: «Ἄς τό ἀφήσω
μέχρι αὔριο τό πρωΐ καί μετά ὑπογράφω». Τό ἄλλο πρωΐ, τό παιδί του
γίνεται καλά! Καί μᾶς ρωτάει ὁ πατήρ Κωνσταντῖνος: «Ἐγώ, τί εὐθύνη θά
εἶχα μετά;»
Ἀλλά καί πόσοι γονεῖς
ὑπέγραψαν, χωρίς νά ξέρουν οἱ ἄνθρωποι. Δέν ζητοῦμε εὐθύνες…δέν κάνομε
δικαστήριο. Κάνομε θεολογία. Περί θανάτου θεολογία, γιά νά μή
λειτουργήση ἕνα ἄνομο σύστημα ἀγρίας ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἄλλου. Δεν μπορῶ
νά κρίνω κανέναν ἐγώ. Δέν εἶμαι ἀρμόδιος. Οὔτε ἐγείρεται θέμα σωτηρίας
γιά ἐκεῖνον πού ἔδωσε τά ὄργανά του. Αὐτά, εἶναι ἀνόητα πράγματα. Νά
μποῦμε στήν οὐσία του πράγματος…
…Ἠθελημένα
μιλᾶνε γιά διπλό θάνατο… Ἰατρικά, [τό θέμα τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς] ποτέ
δέν θά τό λύσουν. [Ἐπιφανειακά], αὐτοί, τό ἔλυσαν. Ἔβαλαν τόν ὅρο
“ἐγκεφαλικός θάνατος”, καί τό ἔλυσαν. Ἀλλά, στήν πράξη, [κατά ἀλήθειαν,]
δεν θα το λύσουν. Ἀπόδειξις, ὅτι δεκάδες ἐπιστήμονες, παγκοσμίως,
διαμαρτύρονται. Αὐτό, δέν λέει κάτι; Ὅταν δέ εἴπαμε [σ’ αὐτούς], ὅτι
δεκάδες ἐπιστήμονες διαμαρτύρονται, ξέρετε τί ἀπάντηση πήραμε; «Ὅσοι
διαμαρτύρονται, διαμαρτύρονται ὄχι ἰατρικά, ἀλλά φιλοσοφικά. Εἶναι
φιλόσοφοι, ἀγνοῆστε τους»!
Μά, αὐτά, εἶναι
σοφίσματα. Δέν μποροῦμε, διά σοφισμάτων, [νά βροῦμε ἄκρη, καί] νά
ἀναιροῦμε ὅλους τούς γιατρούς πού δέν συμφωνοῦν μαζί μας καί νά λέμε,
ὅτι εἶναι φιλόσοφοι, ἐπειδή δέν συμφωνοῦν [μαζί μας]. Λένε, ὅτι οἱ
Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχουν ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις. Ἄν ζοῦσαν σήμερα,
λένε, ἄλλα πράγματα θά ἔλεγαν. Ἔτσι, πετᾶμε καί τούς Πατέρες, καί μένει ἡ
δική μας γνώμη μόνο! Ἀκρότατα Βατικάνειο [πνεῦμα]. Ὅμως, σ’αὐτόν τόν
τόπο, δέν μπορεῖ νά λειτουργήση Βατικάνειο πνεύμα. Καί τίποτε ἄλλο νά
μήν ὑπάρχη, ὑπάρχει τό μυστήριο τοῦ θανάτου, πού θά τούς κυνηγάει μέχρι
τόν θάνατο…».
Πηγή Alopsis