Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Πρωτοπρ. Χαράλαμπος Μ., ΚΥΡΙΑΚΗ E΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρ. ι΄ 32-45)

Πρωτοπρ. Χαράλαμπος Μ., ΚΥΡΙΑΚΗ E΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρ. ι΄ 32-45)



ceb5ce84cebdceb7cf83cf84ceb5ceb9cf8e.jpg

ΚΥΡΙΑΚΗ E΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρ. ι΄ 32-45)
«Ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν».

Πρωτοπρ. π. Χαράλαμπος Ν. Μ.

Είναι η τελευταία εβδομάδα της Μεγ. Τεσσαρακοστής. Πλησιάζουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα, στις ιερές ημέρες των αγίων Παθών. Ο Διδάσκαλος και οι μαθητές του, βαδίζουν για τα Ιεροσόλυμα. Είναι η τελευταία φορά κατά την οποία ο Κύριος ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα. Τώρα πηγαίνει όχι για να θαυματουργήσει και να διδάξει, αλλά για να προσφέρει την ανυπολόγιστη αξίας, θυσία της ζωής Του. Ο αμνός του Θεού έρχεται προς το εκούσιο πάθος. Οι δώδεκα τον ακολουθούν. Θέλουν να μιλήσουν, μα κρατούν το στόμα κλειστό. Εσωτερικά διστάζουν να προχωρήσουν, μα με βήμα γοργό ακολουθούν το Διδάσκαλο. Ο φόβος τους γίνεται ακόμα μεγαλύτερος, όταν ο Κύριος προλέγει «τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν». Ο φόβος τους σφίγγει την καρδιά∙ «ακολουθούντες εφοβούντο».

Εκείνος τους προλέγει όσα θα του συμβούν στα Ιεροσόλυμα και μέσα σ’ όλα τα δυσάρεστα, δηλαδή το ότι ο Υιός του ανθρώπου παραδοθεί στους αρχιερείς και γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο, και θα τον κοροϊδέψουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον φτύσουν και στο τέλος θα τον σκοτώσουν και μέσα σ’ όλα αυτά τα δυσάρεστα και τραγικά ακούεται το «αναστήσεται»∙ Ύστερα από την ταπείνωση η δόξα, μετά το θάνατο η ανάσταση.
Προγεύεται τον πόνο, αλλά προβλέπει και τη δόξα. Ατενίζει το Γολγοθά, αλλά προφητεύει και την ανάσταση. Προγνωρίζει με κάθε λεπτομέρεια τα παθήματα και τον μαρτυρικό Του θάνατο. Προαπολαμβάνει όμως και τη χαρά της αναστάσεως. Τι περίεργο όμως. Ενώ τόσο φανερά έλεγε ο Κύριος στους μαθητές του «τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν», αυτοί δεν μπορούσαν να τα εννοήσουν. Γι’ αυτό και οι δύο αδελφοί, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, πηγαίνουν κοντά Του και του λέγουν. “Διδάσκαλε θέλουμε να μας κάμεις αυτό που θα σου ζητήσουμε”. Και ο Κύριος τους ερωτά. “Τι θέλετε να σας κάμω;” Εκείνοι δεν διστάζουν να του ειπούν. “Να τι θέλουμε. Τώρα που θα δοξαστείς και θα καθίσεις στον επίγειο βασιλικό θρόνο, του αρχαίου ενδόξου βασιλέως μας, του Δαβίδ, να μας βάλεις να καθήσουμε ο ένας από τα δεξιά σου και ο άλλος από τα αριστερά Σου”. Πόσο, αγαπητοί μου, οι καλοί μαθητές δεν είχαν εννοήσει ακόμη, ότι ο Κύριος δεν ήταν επίγειος βασιλεύς, αλλά ήταν πνευματικός και αιώνιος. Με πολλή υπομονή και συγκατάβαση τους λέγει. “Δεν γνωρίζετε τι μου ζητάτε. Δεν είναι τώρα καιρός κοσμικών μεγαλείων και αξιωμάτων, αλλά κόπων και διωγμών και μαρτυρικού θανάτου. Μπορείτε λοιπόν να πίετε το ποτήριον του σταυρικού θανάτου; Μπορείτε να βαπτιστείτε το βάπτισμα του μαρτυρίου; Να χύσετε δηλαδή το αίμα σας και να θυσιάσετε τη ζωή σας, όπως θα συμβεί ύστερα από λίγο σε μένα;” Και οι δύο, χωρίς να σκεφτούν σοβαρά απαντούν. “Ναι, μπορούμε”. Τότε ο Ιησούς τους λέγει “το μεν ποτήριο του μαρτυρίου και το βάπτισμα στη θάλασσα των παθημάτων, θα τα υπομείνετε και σεις. Γιατί και σεις θα υποστείτε διωγμούς και μαρτύριο όταν θα κηρύξετε το Ευαγγέλιο. Το να καθίσετε όμως στα δεξιά μου και στα αριστερά μου, αυτό δεν εξαρτάται από Εμένα, να το δώσω σε όποιον μου το ζητήσει, αλλά αυτό θα δοθεί από τον Πατέρα μου, σ’ εκείνους που αξίζουν για μια τέτοια τιμή, χάρις στην αρετή τους”.
Η συνομιλία αυτή του Κυρίου με τους δύο αδελφούς μαθητές Ιάκωβο και Ιωάννη, έγινε γνωστή και στους άλλους δέκα μαθητάς. Άρχισαν τότε εκείνοι να αγανακτούν με τη συμπεριφορά των δύο αδελφών. Τότε ο Κύριος προσκαλεί με πολλή αγάπη τους μαθητές Του και τους κάνει μια εξαιρετικής σπουδαιότητος διδασκαλία περί του ποιοι είναι πραγματικώς ανώτεροι των άλλων. “Γνωρίζετε, τους λέγει, ότι αυτοί που αισθάνονται και φαίνονται ότι είναι άρχοντες των εθνών της γής, συμπεριφέρονται προς τους λαούς των σαν να είναι ανεξέλεγκτοι κύριοί των και σαν οι λαοί να είναι κτίσματά των. Οι άρχοντες δε εκείνοι που έχουν μεγάλο αξίωμα, μεταχειρίζονται τους λαούς, σαν να είναι δούλοι τους. Μεταξύ σας όμως δεν μπορεί, ούτε επιτρέπεται να γίνεται αυτό. Μεταξύ σας θα επικρατεί άλλη τάξις. Όποιος θέλει να είναι μεταξύ σας πραγματικά μεγάλος, αυτός πρέπει να παίρνει τη θέση του υπηρέτη, και να προσπαθεί να εξυπηρετεί τους άλλους. Και όποιος από σας θέλει να γίνει πρώτος, πρέπει να γίνει δούλος όλων και να τους υπηρετεί με ταπείνωση και αγάπη. Και αυτό που σας λέγω, δεν σας το διδάσκω μόνο με λόγους βλέπετε το παράδειγμά μου. Εγώ, ο Μεσσίας, δεν ήλθα στον κόσμο, για να με υπηρετήσουν οι άνθρωποι. Ήλθα για να προσφέρω εγώ υπηρεσίες και να θυσιάσω τη ζωή μου, για να σωθεί από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος”.
Πόσο μεγάλη υπήρξε η ταπείνωση του Κυρίου! Ποτέ δε ζήτησε εξυπηρετήσεις από κανένα. Ποτέ δεν επεβάρυνε κανένα. Συκοφαντήθηκε, υβρίστηκε και όμως, θεράπευσε ασθενείς κι έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Αυτός ο Κύριος του Ουρανού και της γής. Ας μιμούμεθα κι εμείς την ταπείνωσή του Κυρίου μας. Οι ταπεινοί άνθρωποι είναι που προσφέρουν πραγματικές υπηρεσίες στην κοινωνία. Οι εγωϊστές και οι υπερήφανοι και οι φιλόδοξοι προκαλούν φιλονικίες και δημιουργούν και δυσκολεύουν τη συνεργασία. Οι ταπεινοί είναι ευλογημένοι. Ας γίνουμε κι εμείς ταπεινοί, μιμούμενοι το παράδειγμα του ταπεινού Κυρίου μας. Αμήν.

ΠΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ; (Ματθ. 25, 31-46)

ΠΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ; (Ματθ. 25, 31-46)



ΠΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ;
 (Ματθ. 25, 31-46)
Του Μιχαήλ Γ. Χούλη, Θεολόγου
  
  Τι δίνει αξία στην ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή; Η σωστή πίστη; Η λατρεία; Η τήρηση των θείων εντολών; Και αυτά φυσικά είναι απολύτως απαραίτητα, αλλά όχι μόνο αυτά! Θα πρέπει οπωσδήποτε να προσθέσουμε στα προηγούμενα και την έμπρακτη αγάπη προς όλους. Η παραβολική αυτή διήγηση, που διασώζει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ξεκαθαρίζει τι έχει προτεραιότητα στη ζωή μας και τι όχι, ενώ είναι πλούσια σε παραδείγματα και παραστατικές εικόνες από την ποιμενική, την δικαστική και την πολιτική ζωή.  Διδάσκει λοιπόν ο Χριστός:
“ΟΤΑΝ (το Πότε και το Πού της Κρίσης είναι άγνωστο. Γνωστό σε μας είναι μόνο με ποιο τρόπο θα μας κρίνει όλους: Με το μέτρο της αγάπης) θα έρθει ο ‘Υιός του ανθρώπου’ (τίτλος του Μεσσία, που αναφέρεται στον Ιησού Χριστό και επισημαίνει την ταπείνωση, τα πάθη και την ένδοξη επάνοδό του) με όλη τη δόξα του και με τη συνοδεία των αγίων αγγέλων του (και εκείνοι επίσης θα καταθέσουν μαρτυρία για τα πεπραγμένα των ανθρώπων, τους οποίους διακονούσαν προς σωτηρίαν), θα καθίσει στον θρόνο της δόξης του. Τότε θα συγκεντρωθούν μπροστά του όλα τα έθνη (αναστάντα εκ νεκρών), και θα τους ξεχωρίσει (με κάθε ακρίβεια) όπως ο βοσκός ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια (οι Ισραηλίτες πίστευαν ότι οι ίδιοι θα κριθούν με επιείκεια και ότι οι ειδωλολάτρες θα τιμωρηθούν. Εδώ τους τονίζει πως όλοι θα κριθούν με τον ίδιο τρόπο). Τα πρόβατα (ονομάζονται έτσι οι δίκαιοι για την πραότητά τους και την καρποφορία σε αρετές) θα τα τοποθετήσει στα δεξιά του και τα κατσίκια (ονομάζονται έτσι οι αμαρτωλοί για την αγριότητά τους, αταξία, παρέκκλιση και ακαρπία τους) στα αριστερά του (στα δεξιά, κατά τους αρχαίους χρόνους, ήταν η τιμητική θέση και αριστερά η θέση παραγκωνισμού και η υποτιμητική).
Θα πει τότε ο κριτής βασιλεύς σ’ αυτούς που βρίσκονται δεξιά του: «Ελάτε, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου (οι εκλεκτοί), κληρονομήστε (ως άνωθεν οφειλόμενα και οικεία) την (πνευματική) Βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί από την αρχή του κόσμου (ή προ καταβολής κόσμου).
Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω (εννοείται τα ουσιώδη), 
 δίψασα και μου δώσατε να πιώ (ήταν πολύ σημαντική πράξη αγάπης στην Ανατολή, λόγω και της σπανιότητας του ύδατος), 
 ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε (οι περαστικοί και ξένοι αντιμετωπίζονταν συχνά με εχθρότητα και πολλές φορές ήσαν ανυπεράσπιστοι), 
 γυμνός (ο ημίγυμνος, ο ελάχιστα ντυμένος και αναγκεμένος άνθρωπος) και με ντύσατε, 
 άρρωστος και μ’ επισκεφτήκατε, 
 φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε» (αναφέρεται στις φιλανθρωπικές ιδιαίτερα πράξεις των πιστών, διότι αυτές κυρίως ζητεί από τους χριστιανούς).
Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: «Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε, ή να διψάς και σου δώσαμε να πιείς; Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστο ή φυλακισμένο κι ήρθαμε να σε δούμε;» (όλα αυτά τα ερωτήματά τους οφείλονται στην πραγματική αγάπη τους, που δεν περιέχει συμφέρον και υποκρισία). Και θα τους απαντήσει ο φιλάνθρωπος Κριτής: «Σας βεβαιώνω (αποτελεί και την κορύφωση της παραβολής) πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους ασήμαντους αδελφούς μου (αδελφούς του επειδή και ο Χριστός υπήρξε πτωχός, ταπεινός, ελάχιστος εν τω κόσμω, απορριμμένος), για μένα τα κάνατε» (είναι μεγάλη τιμή αυτό για μας, διότι ο Χριστός, ως Υιός του Ανθρώπου και αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, ταυτίζει τον εαυτόν του με κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκες και προβλήματα).
Ύστερα θα πει και σ’ αυτούς από τα αριστερά του: «Φύγετε από μπροστά μου (όχι ‘οι καταραμένοι’ ως είπε παραπάνω ‘οι ευλογημένοι’, διότι ο Θεός ουδένα καταριέται, αλλ’ εξ ιδίων έργων ο καθείς κρίνεται) …. πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά (πρόκειται για τον πόνο και τη δυστυχία που θα αισθάνονται οι άνθρωποι οι οποίοι με τον άσχημο τρόπο ζωής τους αποφάσισαν ΟΙ ΙΔΙΟΙ να βρίσκονται μακριά από την αγάπη του Θεού και των συνανθρώπων τους), που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του (ο Θεός για τους ανθρώπους ετοίμασε τη βασιλεία του, όχι κόλαση, ενώ η αιώνια καταδίκη είναι ΕΠΙΛΟΓΗ διαφόρων ανθρώπων).  
Γιατί πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω (εννοείται και πάλι την αναγκαία μόνο τροφή, όχι την πολυτελή),
Δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω,
Ήμουν ξένος και δεν με περιμαζέψατε,
Γυμνός και δεν με ντύσατε,
Άρρωστος και φυλακισμένος και δεν ήρθατε να με δείτε» (δεν θα κρίνει ο Θεός τους ανθρώπους επειδή δεν απάλλαξαν κάποιους από τη φυλακή, ή τη φτώχια τους, ή δεν κατέστησαν τους αρρώστους υγιείς, αλλά επειδή  δεν ενδιαφέρθηκαν και δεν έπραξαν κυρίως τα απαραίτητα για να βοηθήσουν).
Τότε θα του απαντήσουν και αυτοί: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή φυλακισμένο και δεν σε υπηρετήσαμε;» Και θα τους απαντήσει: «Σας βεβαιώνω πως αφού δεν τα κάνατε αυτά (αμαρτίες εκ παραλείψεως) για έναν από τους ασήμαντους, μικρούς κατά τον κόσμο (δεν αναφέρει εδώ τον παραπάνω χαρακτηρισμό ‘ελαχίστων αδελφών μου’, διότι οι φαύλοι, πονηροί και άδικοι δεν θα μπορέσουν ποτέ να αισθανθούν την οικεία σχέση του Χριστού με τους πιστούς του), δεν τα κάνατε ούτε για μένα» (άγευστοι από έργα αγάπης, αρνήθηκαν να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους σε ώρες δύσκολες και δραματικές για εκείνους, ένοχοι γιατί δεν έπραξαν το αγαθό).       
Κι αυτοί θα πάνε στην ΑΙΩΝΙΑ και ατελεύτητη (αυτό)τιμωρία-κόλαση (στην απουσία απολαυστικής κοινωνίας με την άκτιστη δόξα του Θεού, όπου θα βιώνουν μόνοι, εν τη αναστάσει, τις ανικανοποίητες επιθυμίες, τις τύψεις και ενοχές τους), ενώ οι δίκαιοι θα οδηγηθούν στην ΑΙΩΝΙΑ ζωή” (στο φως του Θεού και τη χαρισματική-αγιαστική σχέση μαζί του), αφού δεν έπρατταν το σωστό και καλό για να βραβευτούν, ούτε από φόβο τιμωρίας, αλλά μόνο από ανιδιοτελή αγάπη.
Ο Θεός δεν είναι λοιπόν τιμωρός, ούτε εκδικείται τον άνθρωπο. Το βλέπουμε άλλωστε θαυμάσια αυτό και στην παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα (ή Ασώτου υιού). Οι λανθασμένες επιλογές μας είναι που μας καταστρέφουν και μας στρέφουν εναντίον του Θεού ή των συνανθρώπων μας. Η εκτεθείσα παραβολή του Ευαγγελίου αφορά το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας, αν αυτή θέλει να επιβιώσει, και μάλιστα καθαρτικά και λυτρωτικά. Αφορά το ξύπνημα της συνειδήσεώς μας και τη σωστή σχέση με τους άλλους, γνωστούς, φίλους ή αγνώστους αδελφούς μας. Μας τονίζει πως η έμπρακτη εκδήλωση αγάπης, ή η παράλειψή της, κρίνει αποφασιστικά τον καθένα για τώρα και για πάντα. Διότι και τα αδειανά ακόμη χέρια πολλών (όχι τα κακά, αλλά τα αμελήσαντα να ενεργήσουν καλώς), μπορεί να μην προξενούν ζημιά, αλλά δεν παύουν να είναι άδεια από τρυφερότητα, καλοσύνη, συμπόνια και αγάπη.
 
 
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
1.  «Κυριακοδρόμιο», εκδ. Άρτος Ζωής, Αθ. 2011.
2.  «Λόγος και ύπαρξη», Κων/νου Γρηγοριάδη, έκδ. β΄, τ. α΄, εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθήνα.
3.  «Ορθόδοξα μηνύματα», Σταύρου Φωτίου, εκδ. Γρηγόρης, Αθ. 2000.
4. «Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού», Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1989.
5. «Θρησκευτικά Β΄ Γυμνασίου, Ο Ιησούς Χριστός και το έργο του», ΟΕΔΒ 2008
6. «Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον», Π.Ν. Τρεμπέλα, εκδ. Ο Σωτήρ, 1989
 
Εικόνα: από hellas-orthodoxy.blogspot.com

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον      www.egolpion.com 


Read more: http://www.egolpion.com/3D6DFA97.el.aspx#ixzz2xvKnEnke

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)






Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουαρίου 7, 2014
῾῎Ανθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καί ὁ ἕτερος Τελώνης᾽ (Λουκ. 18, 9)
α. Ένας θεωρούμενος άγιος και ένας θεωρούμενος αμαρτωλός βρίσκονται στον ίδιο χώρο του ναού, για να προσευχηθούν. Ο ένας, ο Φαρισαίος, γεμάτος αρετές που επιβεβαιώνονταν στην πράξη, καταδικάζεται: η προσευχή του απορρίπτεται. Ο άλλος, ο Τελώνης, γεμάτος από αμαρτίες και αδικίες, δικαιώνεται: η προσευχή του γίνεται αποδεκτή από τον Θεό. Στην αρχή του Τριωδίου, της ευλογημένης περιόδου που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, η Εκκλησία μας προβάλλει το ανατρεπτικό αυτό σκηνικό. Για να μας θυμίσει ότι ένας είναι ο δρόμος της περπατησιάς μας σ’ αυτόν τον κόσμο: ο δρόμος της τελωνικής κραυγής: «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Τι τελικά συμβαίνει;
 β. 1. Και οι δύο, και ο Φαρισαίος και ο τελώνης, επιτελούν κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται καλό: προσεύχονται. Παγκοσμίως και πανθρησκειακώς, η προσευχή θεωρείται ότι είναι μία από τις ανώτερες ενέργειες της ψυχής του ανθρώπου, αν όχι η ανώτερη, κατεξοχήν δε στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ο ιουδαιοχριστιανισμός κατανοεί την προσευχή ως καρπό της πρώτης και μεγάλης εντολής του Θεού, της αγάπης προς Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Αναφέρεσαι στον Θεό και διαλέγεσαι με Εκείνον, τον Οποίον καλείσαι να αγαπάς καθ’ ολοκληρίαν, γιατί σε δημιούργησε, σε φροντίζει, σε διακυβερνά, είναι ο τελικός κριτής σου. Με το δεδομένο μάλιστα της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού» δημιουργίας σου. Κι ακόμη περισσότερο, εκεί που η προσευχή θεωρείται ό,τι πιο φυσικό και αναγκαίο μπορεί να υπάρξει στον άνθρωπο, κατά κυριολεξίαν θέμα ζωής και θανάτου, είναι στη χριστιανική πίστη. Διότι ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο προσέλαβε τον άνθρωπο, τον ένωσε με τον Εαυτό Του, τον έκανε μέλος δικό Του, κάτι που ενεργοποιείται στην Εκκλησία με το μυστήριο του βαπτίσματος, του χρίσματος, της εν μετανοία μετοχής στη Θεία Ευχαριστία. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η προσευχή  είναι πιο αναγκαία και από την ίδια την αναπνοή, είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου. «Μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», σημειώνει συγκεκριμένα, δηλαδή: πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο από το να αναπνέουμε. Ούτε είναι επίσης τυχαίο που ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ορίζει την προσευχή ως «συνουσία του ανθρώπου με τον Θεό».

2. Κι όμως! Αυτό που θεωρείται ανάγκη και ζωή, μπορεί να γίνει οσμή θανάτου, καταστροφή και όνειδος για τον άνθρωπο. Που σημαίνει: μπορεί να προσεύχεσαι και η προσευχή σου να είναι αναποτελεσματική, να γίνεται απορριπτέα, να αποστρέφει ο Θεός το πρόσωπό Του από αυτήν. Κι αυτό γιατί; Διότι όχι η προσευχή καθ’ εαυτήν, αλλά ο τρόπος που την πραγματοποιεί κανείς είναι το ζητούμενο. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με οτιδήποτε θεωρείται καλό και ενάρετο: όχι το φαίνεσθαι, αλλ’ η ουσία, η «καρδιά» είναι εκείνο που δίνει τον θετικό χρωματισμό. Η ελεημοσύνη για παράδειγμα. Δεν αρκεί να δίνεις στους άλλους. Σημασία έχει με τι καρδιά το δίνεις, γιατί αυτό μετράει και βλέπει ο Θεός. «Άνθρωπος εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει». Ο Κύριος το δίλεπτο της πτωχής χήρας μακάρισε και όχι τα πολλά που έβαζαν στο γαζοφυλάκιο οι πλούσιοι Φαρισαίοι. Διότι η χήρα έδωσε από το υστέρημά της, όλο το βιος της, ενώ οι άλλοι από το περίσσευμά τους. Η νηστεία, το ίδιο. Και πάλι ο Κύριος κατέκρινε την υποκριτική νηστεία των Φαρισαίων, γιατί την έκαναν «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις».
3. Γιατί λοιπόν δεν δικαιώθηκε η προσευχή του Φαρισαίου; Πώς αυτό που φαινόταν θεάρεστο κατακρίθηκε;
(1) Διότι ο Φαρισαίος δεν στάθηκε ενώπιον του Θεού, αλλά ενώπιον του εαυτού του.«Σταθείς προς εαυτόν» λέει, και όχι «προς τον Θεόν». Η προσευχή του δηλαδή ήταν μία δοξολογική αναφορά στο είδωλο που είχε κατασκευάσει για τον εαυτό του. Τον εαυτό του «λιβάνιζε» με τα λόγια της προσευχής του, έχοντας ως θυμίαμα τις υποτιθέμενες αρετές του. Οι αρετές του Φαρισαίου δεν ήταν ο καρπός της παρουσίας του Θεού στη ζωή του – ό,τι τονίζει ο λόγος του Θεού – αλλά το αποτέλεσμα, καθώς νόμιζε, της δικής του αυτόνομης προσπάθειας: «νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Η καύχησή του λοιπόν ήταν μονόδρομος. Το εγώ του ήταν και ο Θεός του. Ποιος μπορούσε να παραβληθεί μαζί του; Κι ο Θεός ο Ίδιος ήταν υποχρεωμένος να υποκλιθεί στο «μεγαλείο» του. Η Βασιλεία του Θεού ήταν δεδομένη γι’ αυτόν κατάσταση.
Η περιγραφή της «προσευχής» του Φαρισαίου παραπέμπει ασφαλώς στη στάση του Εωσφόρου, του πρώτου αγγέλου που ξέπεσε, όπως καταγράφεται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Εωσφόρος παρουσιάζεται «μεθυσμένος» από το φως του – φως του Θεού στην πραγματικότητα που δεν το κατανοεί – και τις αρετές του. «Δεν μπορεί παρά να είμαι Θεός» είναι προφανώς η σκέψη του. «Θα στήσω τον θρόνο μου απέναντι στον Ύψιστο». Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από τραγικό:  «εθεώρουν τον σατανάν – λέγει ο ίδιος ο Κύριος – ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Η πτώση δηλαδή του Εωσφόρου και η μεταβολή του σε σατανά, σε αντίπαλο δηλαδή του Θεού, σε διάβολο. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με την «προσευχή» του Φαρισαίου; Ίδια αλαζονική και υπερήφανη συμπεριφορά, ίδιο και το αποτέλεσμα: η παταγώδης πτώση∙ η αποστροφή του Θεού∙ ο δαιμονισμός!
(2) Διότι ο Φαρισαίος «προσεύχεται», και από το ύψος των αρετών του, ως «θεός», καταδικάζει και κατακρίνει τον κόσμο όλο: «Ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Για να γίνει πιο συγκεκριμένος: «ή και ως ούτος ο τελώνης». Το βλέμμα του και τα λόγια του, «πύρινη ρομφαία» για τον ταλαίπωρο τελώνη, τον «αμαρτωλό». Πρέπει να ένιωσε μια γεύση στυφάδας στο στόμα του, καθώς τον ανέφερε. Η κατάκρισή του γίνεται εξουδένωση του αμαρτωλού. Ίσως και να απόρησε πώς μπορεί και ζουν τέτοιοι άνθρωποι, που μολύνουν τον κόσμο των «καθαρών» σαν κι αυτόν ανθρώπων, αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με αυτούς. Η προσευχή του λοιπόν, γεμάτη υπερηφάνεια και καύχηση για τον εαυτό του, πλήρης αποτροπιασμού και κατάκρισης για τον αμαρτωλό.
4. Γιατί δικαιώθηκε όμως η προσευχή του τελώνη; Πώς η ενέργεια του αντικειμενικά αμαρτωλού κάμπτει τον Θεό και προσφέρει Αυτός πλούσια τη χάρη Του σ’ εκείνον; Διότι ακριβώς στάθηκε ενώπιον του Θεού εν μετανοία. Δηλαδή με επίγνωση των αμαρτιών του, η οποία τον έκανε να νιώθει ταπεινός και μηδαμινός, αλλά και με πίστη στο έλεος και την αγάπη Εκείνου. «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η επίγνωση και η πίστη αυτή συνιστούν τις βάσεις της μετανοίας. Στο πρόσωπο του τελώνη της παραβολής ψαύουμε τα αληθινά σημάδια της, τα οποία δείχνουν ποια στάση ανθρώπου αποδέχεται ως στάση δικαίωσης από Εκείνον ο Ίδιος ο Θεός. Κι αυτήν τη στάση τη χαρακτηρίζει ο Κύριος ως ταπείνωση. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». 
Σ’ αυτήν την προσευχητική στάση, εκεί δηλαδή που ο άνθρωπος είναι στραμμένος μόνο στον εαυτό του, θρηνώντας τις αμαρτίες του, δεν υπάρχει ίχνος κατάκρισης για τους άλλους. Το αντίθετο μάλιστα: στρέφοντας τα βέλη της κριτικής του ο τελώνης μόνο προς τον εαυτό του, απαλλάσσει από κάθε καταδίκη τους άλλους, υψώνοντάς τους υπεράνω του εαυτού του. Κι αυτό θα πει: όποιος κοιτά τον εαυτό του και τα δικά του αμαρτήματα, δεν έχει χρόνο για να βλέπει τα σφάλματα των άλλων, καλύτερα: βλέπει τους άλλους ανωτέρους από αυτόν. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών», που λέει κι ο απόστολος Παύλος: με την ταπείνωση να θεωρείτε τους άλλους ότι είναι ανώτεροί σας. Τι άλλο σημαίνει η διπλωμένη στα γόνατα στάση προσευχής του τελώνη, μακριά από τους άλλους – «μακρόθεν εστώς» – και μη τολμώντας ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει επάνω; – «Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι».
5. Έτσι η προσευχή του, που είναι ο τύπος της δικαιωμένης από τον Θεό προσευχής, έχει το χαρακτηριστικό της ταπείνωσης, ως βίωσης, καθώς είπαμε,  της αληθινής μετάνοιας, με επίγνωση της αμαρτίας, με πίστη στην αγάπη του Θεού, με έλλειψη οποιασδήποτε επικριτικής διάθεσης απέναντι στον συνάνθρωπο. Γι’ αυτό βεβαίως έγινε και ο τύπος της προσευχής της Εκκλησίας. Το «Κύριε ελέησον», ή με την πιο ανεπτυγμένη του μορφή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», αποτελεί επακριβή μεταφορά της τελωνικής προσευχής «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ό,τι ο τελώνης εισέπραξε από την προσευχή του, τη δικαίωση που είπε ο Κύριος – «κατέβη ούτος δεδικαιωμένος ή εκείνος» – το ίδιο μας προσφέρει και η Εκκλησία με όλη την ατμόσφαιρά της, που κινείται ακριβώς σε αυτόν τον ρυθμό. Κι από την άποψη αυτή ο τελώνης για την Εκκλησία είναι ο τύπος του αγίου. Όχι βεβαίως για τις αμαρτίες του, αλλά για τη μετάνοιά του. Ξέρουμε πια και εμείς πώς να στεκόμαστε απέναντι στον Κύριο, ώστε να δικαιωνόμαστε.
 γ. Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ξεκινά το ευλογημένο Τριώδιο, που θα εκβάλει, όπως είπαμε, στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου. Η Εκκλησία μάς ανοίγει τα μάτια από την αρχή: ο δρόμος για την Ανάσταση είναι ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης. Και η προσευχή του δρόμου αυτού  είναι το «Κύριε ελέησον». Ας πάρουμε στα χέρια μας, κρυφά και όχι φανερά, το κομποσχοίνι, και ας γίνει η κάθε στιγμή μας ένας κόμπος από αυτό. Το «Κύριε ελέησον» ας γίνει ο ρυθμός της ζωής μας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η δικαίωσή μας και η χάρη του Θεού μας.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης
http://pgdorbas.blogspot.gr/

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ, ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΚΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΣΤΟ ΝΑΟ (Λουκ. 2, 21-52)

ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ, ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΚΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΣΤΟ ΝΑΟ (Λουκ. 2, 21-52)



ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ, ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ,
ΚΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΣΤΟ ΝΑΟ
 (Λουκ. 2, 21-52)
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


   Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τρία σημαντικά γεγονότα από την βρεφική και παιδική ηλικία του Ιησού: Την περιτομή και ονοματοδοσία Του στο Ναό των Ιεροσολύμων (8 ημερών), την Υπαπαντή – συνάντησή Του με τον προορατικό γέροντα Συμεών (40 ημερών), και ένα περιστατικό με τον δωδεκάχρονο Ιησού στο Ναό, όπου φαίνεται η θεϊκή σοφία Του και η αποστολή Του ανάμεσα στους ανθρώπους.
Α. Όταν συμπληρώθηκαν πράγματι οκτώ ημέρες από τη γέννησή Του, έκαναν στο παιδί ΠΕΡΙΤΟΜΗ και του έδωσαν το όνομα ΙΗΣΟΥΣ (= Ο Θεός σώζει), όπως δηλαδή το είχε ονομάσει ο άγγελος, κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. [Περιτομή εκτελούσαν και οι Αιγύπτιοι και Άραβες, για λόγους υγείας και ένταξή τους σε διάφορες φυλές. Στους Εβραίους την περιτομή έκανε συνήθως ο πατέρας του παιδιού και από τότε το παιδί εθεωρείτο μέλος του λαού του Θεού. Ήταν δε μεγάλη προσβολή να σε ονομάσουν ‘απερίτμητο’, δεδομένου ότι με την περιτομή ξεχώριζαν οι Εβραίοι, μέσω της Διαθήκης του Θεού με τον Αβραάμ, από τους ειδωλολάτρες].
Όταν, σύμφωνα και με τον μωσαϊκό Νόμο, συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥΣ, έφεραν το παιδί στα Ιεροσόλυμα, για να το αφιερώσουν στο Θεό. [Η τελετή του καθαρισμού γινόταν την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννηση του παιδιού. Με την ειδική αυτή τελετή θεωρούσαν ότι καθαρίζονταν όχι μόνο η μητέρα αλλά και όσοι έρχονταν σε επαφή μαζί της -το αίμα και οι διάφορες εκκρίσεις ήταν για τους Ισραηλίτες αίτιες μολύνσεως και σημαντικοί λόγοι αποχής από τη λατρεία. Εδώ ενδιαφέρει τον ευαγγελιστή Λουκά να τονίσει την αφιέρωση του μικρού Ιησού στον Θεό. Κατά την Πατερική ερμηνεία, ναι μεν πέρασε το ιουδαϊκό αυτό τυπικό στη χριστιανική λατρεία, οι ΕΥΧΕΣ όμως που ο ιερέας διαβάζει στη λεχώνα κατά τον ‘εκκλησιασμό’ του βρέφους, σκοπό έχουν ΠΛΕΟΝ να δοθεί η ευλογία και η χάρη του Θεού στην μητέρα, δεδομένου ότι η ροπή προς την αμαρτία είναι κοινή σε όλους, σε άντρες και γυναίκες, και μέσα στη φύση μας (Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ε.Π. 69,1089). Επομένως για κάθε γεγονός της ζωής μας οφείλουμε να ζητάμε την βοήθεια του Θεού («Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε οτιδήποτε άλλο πράττετε, πρέπει όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού» (Α΄ Κορ. 10,31)]. 

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Το ευαγγέλιο της Κυριακής

Το ευαγγέλιο της Κυριακής



Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014
Το ευαγγέλιο της Κυριακής
ΚΑΤΑ  ΛΟΥΚΑΝ
Κεφ. β΄ (2 )
Στιχ.: 22-40.
22 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ,
23 καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται,
24 καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν.
25 Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ἅγιον ἐπ’ αὐτόν·
26 καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου.
27 καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ
28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·
29 Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ,
30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου,
31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν.
32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.
33 καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ.
 34 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπεν πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον.
 35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.
36 Καὶ ἦν Ἅννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἔτη ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς,
37 καὶ αὐτὴ χήρα ἕως ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν· 38 καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.
39 Καὶ ὡς ἐτέλεσαν πάντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ.
40 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’ αὐτό.
Σύντομη ερμηνεία
22 Κι  όταν σύμφωνα με το νόμο του Μωυσή συμπληρώθηκαν οι ημέρες για τον καθαρισμό της μητέρας του παιδιού και του αρραβωνιαστικού της, ανέβασαν το παιδί στα Ιεροσόλυμα για να το παρουσιάσουν και να το αφιερώσουν στον Κύριο.
23 Και η παρουσίαση και η αφιέρωση αυτή γινόταν σύμφωνα μ’ εκείνο που είχε γραφεί στο νόμο του Κυρίου , ότι κάθε αρσενικό παιδί που για πρώτη φορά ανοίγει τη μήτρα της μητέρας του και γεννιέται, δηλαδή κάθε πρωτότοκο και πρωτογενές , πρέπει να θεωρείται και να ονομάζεται αφιερωμένο στον Κύριο .
24 Ανέβηκαν ακόμη στο ναό και για να προσφέρουν ως θυσία για τον καθαρισμό τους ένα ζεύγος τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια , όπως όριζε ο νόμος του Κυρίου για τους φτωχούς , που δεν είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν για θυσία ένα ολόκληρο αρνί.
25 Και ιδού, υπήρχε στην Ιερουσαλήμ κάποιος άνθρωπος που ονομαζόταν Συμεών. Και ο άνθρωπος ήταν δίκαιος και ευλαβής, τηρούσε δηλαδή τις εντολές του νόμου και είχε φόβο  Θεού. Αυτός είχε ωφεληθεί από τον Θεό με την ανάγνωση των προφητικών βιβλίων και με διακαή πόθο περίμενε να έλθει στον ισραηλιτικό λαό με την έλευση του Μεσσία παρηγοριά από τα  κακά και τις θλίψεις που υπέφερε εξαιτίας της αμαρτίας . Και Πνεύμα προφητικό Άγιο ήταν επάνω του.
26 Και το Άγιον Πνεύμα του είχε αποκαλύψει ότι δεν θα πέθαινε προτού να δει εκείνον που ο Κύριος και Θεός έχρισε βασιλιά και Σωτήρα του κόσμου .
27 Ήλθε λοιπόν ο Συμεών στο ιερό μετά από παρακίνηση και έμπνευση του Αγίου Πνεύματος. Κι όταν οι γονείς εισήγαγαν στο ιερό το παιδί το παιδί , τον Ιησού, για να κάνουν γι’ αυτό ό,τι συνήθιζαν να κάνουν στα πρωτότοκα σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου,
28 τότε κι ο Συμεών δέχθηκε το παιδί στην αγκαλιά του και δόξασε τον Θεό και είπε:
29 Τώρα, αφού πλέον είδα τον Λυτρωτή του κόσμου,  ελευθερώνεις από τα δεσμά της επιγείου ζωής εμένα τον δούλο σου , Δέσποτα, και μετά από λίγο πεθαίνω σύμφωνα με το λόγο που μου είπες, ότι δεν θα πεθάνω προτού να δω τον Χριστό. Και με ελευθερώνεις ειρηνικά και χωρίς να ανησυχώ πλέον για τη λύτρωση του Ισραήλ,
30 διότι είδαν τα μάτια μου τον ενανθρωπήσαντα Υιό σου, ο οποίος θα φέρει την σωτηρία.
31 την οποία ετοίμασες για να γίνει φανερή ενώπιον όλων των λαών και να ευεργετηθούν μ’ αυτήν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και οι εθνικοί.
32 Και θα είναι έτσι ο σαρκωμένος Υιός σου φως πνευματικό , που θα φανερώσει και θα αποκαλύψει στα έθνη τον αληθινό Θεό και την αληθινή οδό της σωτηρίας ∙ αλλά ο Υιός σου θα είναι και δόξα του λαού σου Ισραήλ ,αφού από τον λαό αυτό κατάγεται ως άνθρωπος και αφού τελικά και ο Ισραήλ ως σύνολο θα τον εγκολπωθεί ως σωτήρα του.
33 Και ο Ιωσήφ και η μητέρα του παιδιού βρίσκονταν σε συνεχή θαυμασμό για όσα και τώρα και πρωτύτερα έλεγαν γι’ αυτό και ο Συμεών και οι ποιμένες και οι άγγελοι.
34 Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στη Μαρία τη μητέρα του: Ιδού, αυτός είναι προορισμένος να γίνει αιτία πτώσεως και ανατάσεως πολλών στον Ισραήλ. Όσοι απιστήσουν σ’ αυτόν θα πέσουν  και θα χαθούν. Όσοι όμως πιστέψουν , θα αναστηθούν , θα ελευθερωθούν από την αμαρτία και θα σωθούν. Θα είναι μάλιστα και θαύμα, αφού στο πρόσωπό του θα εμφανίζεται η ένωση των δύο φύσεων , της θείας και της ανθρώπινης. Αλλά αυτό θα αποτελεί αιτία διαφωνίας για τους απίστους. Κι ενώ οι  καλοπροαίρετοι θα οδηγούνται μ’ αυτό στην πίστη και θα σώζονται , οι ανειλικρινείς και εγωιστές θα απιστούν και θα κατακρίνονται.
35 Λόγω μάλιστα της αντιλογίας αυτής, επειδή είσαι μητέρα του, θα διαπεράσει την καρδιά σου μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι θλίψεως και οδύνης, όταν θα τον δεις , να σταυρώνεται . Κι έτσι η πτώση και η ανάσταση πολλών καθώς και ο αντιλογία γύρω από το θαύμα αυτό θα γίνονται για να ξεσκεπασθούν οι διαλογισμοί και οι διαθέσεις πολλών καρδιών που έμεναν έως τώρα απόκρυφες , και θα φανερωθούν με την απόρριψη ή αποδοχή του Μεσσία.
36 Στα Ιεροσόλυμα ζούσε και κάποια γυναίκα προφήτιδα που λεγόταν Άννα. Αυτή ήταν κόρη του Φανουήλ , από τη φυλή του Ασήρ, του όγδοου παιδιού του Ιακώβ που γεννήθηκε από τη Λεία, και βρισκόταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία , έχοντας ζήσει με τον άνδρα της επτά χρόνια από τον καιρό που ως παρθένος τον παντρεύτηκε.
37 Τώρα ήταν χήρα ηλικίας περίπου ογδόντα τεσσάρων ετών. Κι όμως δεν απομακρυνόταν από τον ιερό περίβολο του ναού, αλλά παρέμενε σ’ αυτόν και τις ώρες που δεν γίνονταν ακολουθίες στον ναό. Κι έτσι λάτρευε νύχτα και μέρα τον Θεό με νηστείες και προσευχές.
38 Αυτή λοιπόν παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα, κι αφού είδε το παιδί, ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε γι’ αυτό σε όλους όσους κατοικούσαν στην Ιερουσαλήμ και περίμεναν τη λύτρωση και την απελευθέρωσή τους από τα δεινά και από την αμαρτία.
39 Κι όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία τελείωσαν όλα όσα ο νόμος του Κυρίου όριζε για τον καθαρισμό και την αφιέρωση του παιδιού   και την αφιέρωση του παιδιού, γύριζαν πίσω στη Γαλιλαία , στην πατρίδα τους τη Ναζαρέτ.
40Το παιδί  στο μεταξύ μεγάλωνε στο σώμα . Και η θεότητα, με την  οποία ήταν ενωμένο, ενίσχυε τις διανοητικές και πνευματικές του δυνάμεις. Και καθώς η ηλικία του προχωρούσε, εκδήλωνε σταδιακά τη σοφία που σε τέλειο βαθμό του είχε μεταδώσει εξαρχής η θεία του φύση. Και ήταν πάνω του η χάρις του Θεού, η οποία το ενίσχυε σ’ όλες του τις αρετές και το φύλαγε από κάθε αμαρτία, διευθύνοντας την ομαλή και απρόσκοπτη ανάπτυξή του.
Πηγή: «Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ»
+ΠΑΝ. Ν . ΤΡΕΜΠΕΛΑ
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ «Ο ΣΩΤΗΡ»

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς

Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς
Λουκάς 18,8 πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;

Θλίψιν έξει κάθε λογικό ον αναλογιζόμενο την πνευματική κατάσταση στην οποία είναι ο κόσμος. Η θάλασσα έγινε κατακόκκινη και πλέον δεν έχει νερό, αλλά το αίμα που χύνεται από την αλληλοσφαγή των ανθρώπων. Ο άνθρωπος, ως δαίμονας πια, ορμάει να κατασπαράξει ο ένας τον άλλον, χωρίς κανένα ηθικό φραγμό, χωρίς κανένα συναίσθημα, αλλά ως ένα άψυχο ον, υπακούοντας στα ζωώδη ένστικτα των παθών του. Η γη είναι δυσώδης και στενάζει  από την πνευματική σήψη τόσο,  όσο να μουδιάζουν και οι τελευταίοι υγιείς άνθρωποι, ώστε να κινδυνεύουν να πλανηθούν και να πουν και αυτοί «δε μυρίζει τίποτα, δε συμβαίνει τίποτα».

Κυριακή Ζ' Λουκά: Η Ανάσταση δεν είναι ιδέα, αλλά πρόσωπο!

Κυριακή Ζ' Λουκά: Η Ανάσταση δεν είναι ιδέα, αλλά πρόσωπο!





«Καὶ κατεγέλων Αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν». Συνδυάζοντας τὸ παραπάνω χωρίο τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος μὲ τὴν αὐριανὴ ἐθνικὴ ἑορτή, μποροῦμε νὰ ἀποκομίσουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

Ἀνέκαθεν τὸ εὐσεβέστατο γένος μας διατηροῦσε τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς ἄσβεστους πυρσούς, ποὺ φώτιζαν τὴν ἱστορική του διαδρομὴ σὲ εἰρηνικὲς καὶ πολεμικὲς περιόδους. Ἴσως κανένα ἔθνος στὸν κόσμο δὲν ταλαιπωρήθηκε, ἀλλὰ καὶ δὲν δοξάσθηκε τόσο, κανένα δὲν ἀπεκόμισε περισσότερο θαυμασμό, ἀλλὰ καὶ δὲν πολεμήθηκε μὲ τέτοιο μίσος, ὅσο τὸ Ἑλληνικό. Πάντοτε μὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Χριστό, ἐμπιστευόμενο τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό καὶ ἔχοντας ἐπάνω του τὴν ἁγία σκέπη καὶ προστασία της, τοῦτο τὸ γένος ἔνιωσε στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα του θλίψεις, ταπεινώσεις καὶ λαβωματιὲς ἀπὸ ἐντοπίους προδότες, ἐπιδρομεῖς βαρβάρους, δυνάστες ἀλλοεθνεῖς, τούρκους αἱμοδιψεῖς, βαλκάνιους ἀχάριστους, ἀπολίτιστους εὐρωπαίους, μισανθρώπους ναζιστές, ὅμως ποτὲ δὲν ἐγκατέλειψε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ζωή, γιατὶ ξέρει καλὰ πὼς ἀκόμη κι ἂν ὅλα τὰ ἔθνη πέσουν ἐπάνω του, γιὰ νὰ τὸ κατασπαράξουν, ἀκόμη κι ἂν ἔρθουν ἄλλοι τόσοι αἰῶνες τουρκοκρατίας, ἀκόμη κι ἂν ἔρθουν πολλαπλὲς ναζιστικὲς κατοχές, δὲν θὰ πεθάνῃ, ὅσο ζεῖ ἐν Χριστῷ καὶ ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς Παναγίας κι ὅσο δὲν ἀποποιεῖται τὴν ἱερὰ παρακαταθήκη τῶν προγόνων του ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἕως σήμερα.