Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ – Δ’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ – Δ’ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Απολυτίκιον
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
 
Θείαν κλίμακα υποστηρίξας, την των λόγων σου, μέθοδον πάσι, μοναστών υφηγητής αναδέδειξαι, εκ πρακτικής Ιωάννη καθάρσεως, προς θεωρίας ανάγων την έλλαμψιν. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον
Ήχος α’. Χορός αγγελικός.
Καρπούς αειθαλείς, εκ της βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, των τούτοις μετά νήψεως, προσεχόντων μακάριε. Κλίμαξ γαρ έστι, ψυχάς ανάγουσα γήθεν προς ουράνιον, και διαμένουσαν δόξαν, των πίστει τιμώντων σε.
Μεγαλυνάριον
Την ουρανοδρόμον ην Ιακώβ, κλίμακα προείδεν, ετεχνήσω πνευματικώς, Πάτερ Ιωάννη, συνθήκη των σων λόγων. δι’ ης προς αφθαρσίας βαίνομεν μέθεξιν.

Η καταγωγή και η μόρφωσή του
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, που είναι πιο πολύ γνωστός ως ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας, δεν είναι ακριβώς γνωστό που γεννήθηκε. Κατά τις πιθανολογίες βέβαια του Δημητρίου Ροστοβίας, ο άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, στην οποία και εσπούδασε, ως τέκνο του Ξενοφώντος και της Μαρίας. Άλ­λοι όμως ερευνητές υποθέτουν ότι καταγόταν πι­θανότατα από την περιοχή της Παλαιστίνης ή της Αιγύπτου, εφόσον στην ηλικία των δεκαέξι μόλις ετών ανέβηκε στο όρος Σινά, για να γίνει μοναχός. Άγνωστος όμως δεν είναι μονάχα ο τό­πος, αλλά και ο χρόνος της γέννησης του αγίου, όπως επίσης και του θανάτου του. Άλλοι, υπο­στηρίζουν ότι ο άγιος έδρασε μεταξύ των ετών 525 και 600 μ.Χ. Άλλοι τοποθετούν τη γέννηση του αγίου προ του 579 μ.Χ. και το θάνατό του γύ­ρω στο 649 μ.Χ. Πιθανότερο όμως φαίνεται να γεννήθηκε κατά το 525 μ.Χ. και να εκοιμήθη κα­τά το 610 μ.Χ. ή ίσως και λίγο αργότερα. Όπως και να έχει το πράγμα πάντως, ένα οπωσδήποτε είναι βέβαιο, το ότι ο άγιος μορφώθηκε κατά την παιδική και νεανική ηλικία του πάρα πολύ και για το λόγο αυτό χαρακτηρίσθηκε αργότερα, ε­ξαιτίας των συγγραμμάτων του, όχι μονάχα ως «νέος Μωυσής», ως σχεδιάσας την «θεοτύπωτον νομοθεσίαν και θεωρίαν», δηλαδή, την Κλίμακα, αλλά και ως «σχολαστικός», εξαιτίας της μεγά­λης σχολαστικότητας, με την οποία επεξεργάζε­ται τα θέματά του ή σωστότερα ακρίβειας. Παρά τη μεγάλη σοφία του όμως, ο άγιος δεν ξιππάστηκε, αλλά παρέμεινε, όπως θα φανεί και πιο κάτω, μέχρι το θάνατό του απλός και ταπεινός, χαρακτηρίζοντας για τούτο τον εαυτό του πάντο­τε ως αμαθή και στους λόγους του ως ιδιώτη.
Η αφιέρωσή του στο Θεό και η μοναχική κουρά
        Όταν ο άγιος έφθασε στην ηλικία των δεκαέ­ξι ετών, «προσενήνοχεν εαυτόν θύμα ιερώτατον τω Θεώ εν τω Σιναίω όρει ανελθών και μονάσας». Ανέβηκε, δηλαδή από τη χαμηλότερη πε­ριοχή, στην οποία ζούσε μέχρι τη στιγμή εκείνη, στο όρος Σινά, όπου ζήτησε να γίνει μοναχός στη μονή της αγίας Αικατερίνης, που, κατά τον ιστορικό Προκόπιο, είχε ιδρυθεί από τον αυτο­κράτορα Ιουστινιανό προς τιμήν της Θεοτόκου. Στην περίσταση εκείνη ο ηγούμενος της μονής παρέδωσε το νεαρό Ιωάννη, που χαρακτηρίζεται από το βιογράφο του, εξαιτίας της ωριμότητάς του της πνευματικής, ως «χιλιονταετής», στην καθοδήγηση του γέροντα Μαρτυρίου, ώστε να δαμάσει με την εμπειρία του, σαν άριστος «πωλοδάμνης», τα πάθη του νεαρού υποτακτικού του. Στο γέροντα ακριβώς αυτόν, που χαρακτηρί­ζεται και ως «παιδοτρίβης», ο άγιος έσκυψε τότε το κεφάλι του και έκανε υπακοή απόλυτη στα παραγγέλματά του, ώστε να διαπεράσει «ακινδύνω οδηγία» το βαρύ πέλαγος της ζωής αυτής και να φθάσει τελικά στο ουράνιο λιμάνι. Η υ­πακοή, δηλαδή που έδειξε στο γέροντά του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο άγιος να παρουσιάζεται α­πό το βιογράφο του ως «άλογόν τε και αθέλητον ψυχήν έχων και της φυσικής ιδιότητος απηλλαγμένην πάντη». Με την ακριβέστατη αυτή υπακοή του στο γέροντα Μαρτύριο, ο άγιος πέρασε στην πραγματικότητα από τη γνώση «της εγκυκλίου σοφίας» και το «φρύαγμα της φιλοσοφίας» στην έμπρακτη χριστιανική ζωή, «ουρανίω ιδιωτεία μαθητευόμενος».
Για το λόγο αυτό ο γέροντάς του Μαρτύριος αποφάσισε, ύστερα από τέσσερα έτη δοκιμασίας του, κατά τα όποια είχε την ψυχή του ολόκληρη «εν τω ουρανίω όρει», να τον κείρει τελικά μονα­χό, βλέποντας την παραδειγματική υπακοή και ταυτόχρονα την άγια ζωή του νεαρού υποτακτι­κού του. Για το σκοπό αυτό παρέλαβε μία ήμερα μαζί του τον άγιο και κάποιους άλλους μοναχούς και ανέβηκε στην κορυφή του Σινά, όπου τον έκειρε με κάθε ιεροπρέπεια και κατάνυξη μοναχό. Κατά την ήμερα μάλιστα της χειροτονίας εκεί­νης, κατά την οποία ο άγιος ήταν είκοσι ετών, ο ξακουσμένος για την αγιότητα και τη σοφία του αββάς Στρατήγιος είπε γι’ αυτόν με το χάρισμα το προορατικό, που τον διέκρινε, ότι «μέγας α­στήρ γενήσεται». Εκτός από τον αββά Στρατήγιο επαινετικά για τον άγιο εκφράσθηκαν, μετά τη μοναχική κουρά του, και άλλοι διάσημοι α­σκητές, τους οποίους επισκέφθηκαν ο αββάς Μαρτύριος και ο υποτακτικός του σε μία πνευμα­τική οπωσδήποτε περιοδεία τους. Κατά την πε­ριοδεία τους δε αυτή, κατά την οποία προσπάθη­σαν να συλλέξουν, σαν πολύτιμα μαργαριτάρια, ό,τι καλό διέκριναν στη ζωή ξακουσμένων ασκη­τών, έφθασαν και στην έρημο της Σκήτης της Αιγύπτου, στο μοναστήρι των Ταβεννών και σε άλλα μεγάλα ασκητήρια. Στα ασκητήρια αυτά οι δύο ασκητές επισκέπτονταν συνήθως κάποιους χαρισματούχους μοναχούς, για να ζητήσουν, ό­πως ήταν επόμενο, τις συμβουλές και τις ευχές τους. Δύο από τους χαρισματούχους αυτούς α­σκητές φανέρωσαν με το προορατικό χάρισμα που είχαν το μέλλον του αγίου. Ο ένας από αυ­τούς ήταν ο αββάς Αναστάσιος ο Σιναΐτης, που μόλις αντίκρυσε τον άγιο, στράφηκε προς τον αββά Μαρτύριο και είπε:
-«Ειπέ, αββά Μαρτύριε, πόθεν ο παις ούτος και τις αυτόν εκούρευσεν;».
-«Δούλος σου έστι, πάτερ», αποκρίθηκε ο Μαρτύριος, «καγώ εκούρευσα αυτόν».
-«Βαβαί, αββά Μαρτύριε», είπε τότε ο Ανα­στάσιος, «τις είπη ότι ηγούμενον του Σινά εκούρευσας;». Πω πω, δηλαδή, αββά Μαρτύριε, που να ήξερες ότι έκανες μοναχό έναν άνθρωπο, που θα γίνει αργότερα ηγούμενος στο μεγάλο μονα­στήρι του Σινά!
Παρόμοια με την πιο πάνω ήταν και η πρόρρηση, που έκανε για τον άγιο αυτήν την εποχή και ο μέγας γέροντας Ιωάννης ο Σαββαΐτης, που ασκήτευε στην έρημο του Γουδά. Η πρόρρηση όμως αυτή έγινε κατά τρόπο πιο παραστατικό. Ό­ταν, δηλαδή έφθασαν στο ασκητήριό του ο γέρο­ντας Μαρτύριος και ο άγιος, ο γέροντας Ιωάν­νης, που είχε την εποχή εκείνη φήμη θαυματουρ­γού, σηκώθηκε επάνω και, παίρνοντας στα χέρια του μία λεκάνη με νερό, ένιψε τα πόδια του α­γίου και φίλησε τα χέρια του, χωρίς να κάνει το ίδιο και στο γέροντα Μαρτύριο. Η συμπεριφορά αυτή σκανδάλισε, όπως ήταν επόμενο, το νεαρό υποτακτικό του, που απορρημένος ρώτησε το γέ­ροντά του, γιατί φέρθηκε διαφορετικά απέναντι των δύο εκείνων επισκεπτών του.
«Πίστευσον, τέκνον», του αποκρίθηκε τότε ο μέγας εκείνος γέροντας, «εγώ, τις έστιν ο παις, ουκ οίδα. αλλ’ εγώ ηγούμενον του Σινά εδεξάμην και τους πόδας του ηγουμένου ένιψα».

Η ζωή του στην έρημο
       Ύστερα από δεκαεννιά χρόνια κοινοβιακής ζωής στο μεγάλο μοναστήρι του Σινά, ο γέροντας του αγίου Μαρτύριος παρέδωσε κάποια στιγμή την ψυχή του στο Θεό, αφήνοντας πίσω του έναν αντάξιο διάδοχό του. Ο θάνατος όμως αυτός ήταν οριακός για την πιο πέρα πορεία του ίδιου του αγίου, που στο μεταξύ είχε χειροτονη­θεί διάκονος και ιερέας για τις ανάγκες του μο­ναστηριού τους, γιατί αποφάσισε να ζήσει στο εξής στην έρημο, σαν αναχωρητής ή ερημίτης. Για το θέμα βέβαια αυτό είχε πάρει ήδη τη συ­γκατάθεση και του γέροντά του Μαρτυρίου, πριν από την κοίμησή του. Γι’ αυτό ύστερα από αυ­τήν, πήρε, χωρίς δυσκολία, την ευλογία και από άλλους γέροντες του μεγάλου μοναστηριού τους και μάλιστα από τον ηγούμενο και από το φημι­σμένο για την αγιότητά του γέροντα της περιο­χής τους Γεώργιο τον Αρσελαΐτη και έτσι προ­χώρησε «επί το της ησυχίας στάδιον», έχοντας στα χέρια του, σαν όπλα πνευματικά «προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων», τας του μεγάλου (γέροντος) ευχάς.
Πριν, όμως, από την αναχώρησή του αυτή έ­κανε μία προσκυνηματική περιοδεία, ως ιερέας πλέον, στα μεγάλα μοναστικά κέντρα και ερημητήρια της Σκήτης και των Ταβεννών, για να συμβουλευθεί και άλλους γέροντες για τη νέα ζωή που σκόπευε να αρχίσει, συλλέγοντας ταυτόχρο­να, σαν τη φιλόπονη μέλισσα, το πνευματικό νέ­κταρ της θεοφώτιστης διδασκαλίας τους. Ό,τι καλό μάλιστα έβλεπε, το σημείωνε στα δελτάριά του, για να το χρησιμοποιήσει αργότερα στη συγγραφή της περίφημης Κλίμακας. «Εγώ δε πάντων ακηκοώς», σημειώνει σε μία τέτοια περί­σταση για την ταπείνωση, «και εν εαυτώ ταύτα επεσκεμμένως τε και νηφόντως βεβασανικώς την μακαρίαν εκείνης αίσθησιν (δηλαδή, της ταπεί­νωσης) δι’ ακοής μανθάνειν ου δεδύνημαι».
Ύστερα δε από την περιοδεία εκείνη, κατά την οποία απέκτησε ήδη τη φήμη μεγάλου ασκη­τού και διακριτικού πρεσβυτέρου, ο άγιος κατέ­φυγε, στην ηλικία των 35 περίπου ετών, στην ε­ρημική τοποθεσία Θολάς, που, κατά το βιογράφο του, απείχε πέντε περίπου σημεία από το μεγάλο κοινόβιο, δηλαδή δύο ώρες πορείας, για να βρει την ποθητή σ’ αυτόν ησυχία, προχωρώντας στο εξής σε μεγαλύτερα πνευματικά αθλήματα. Φθά­νοντας εκεί ο άγιος βρήκε ένα φυσικό σπήλαιο, που σχηματίσθηκε με την πτώση δύο πελώριων γρανίτινων βράχων, και το διασκεύασε σε κελλί για την εγκατοίκηση και την άσκησή του. Στο σπήλαιο ακριβώς αυτό, που διαμορφώθηκε σήμε­ρα σε εκκλησάκι προς τιμήν του, ο άγιος έζησε για σαράντα ολόκληρα χρόνια «ανολιγώρως», δηλαδή, «διακαεί έρωτι και πυρί πυρπολούμενος αεί». «Ο δε πας δρόμος», σημειώνει γι’ αυτόν ο βιογράφος του, «προσευχή αέναος και προς Θεόν έρως ανείκαστος». Ολόκληρη, δηλαδή η ερημητική ζωή του δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτε άλλο, παρά μία διαρκής και ολόθερμη προσευχή προς το Θεό, τον Οποίο έβλεπε ακα­τάπαυστα με τα μάτια της ψυχής του, μη χορταί­νοντας από τη θέα αυτή ποτέ.
Εκτός από την αδιάλειπτη προσευχή όμως, ο άγιος είχε, σαν όπλο του πνευματικό, και την ακατάπαυστη μελέτη των θεόπνευστων βιβλίων της Αγίας Γραφής και των θεοφώτιστων συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων, με την οποία ε­ξουδετέρωνε το πάθος της ακηδίας. Η μελέτη μάλιστα αυτή δε γινόταν επιπόλαια, αλλά με σύ­στημα και επιμονή, εφόσον σημείωνε ταυτόχρο­να με την εργασία της αδιάλειπτης προσευχής τα σπουδαιότερα χωρία από τα έργα που μελετούσε σε ειδικά δελτάρια. «Πλείστα τε προ του ύπνου ηύχετο», σημειώνει ο βιογράφος του, «και δελ­τία κατέττατε. τούτο γαρ ην αυτώ ακηδίας… φίμωτρον».
Θαύματα του αγίου
        Στην περίοδο της άσκησής του αυτής, όπως επίσης και στην περίοδο της ηγουμενίας του, αναφέρονται από το βιογράφο του αγίου και κά­ποια θαύματα, που πραγματοποίησε με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου. Τα αναφερόμε­να θαύματα ήταν τα εξής:
1) Η σωτηρία του μαθητού του Μωυσή από τον κίνδυνο.
       Κατά τη μαρτυρία του Δανιήλ του Ραϊθηνού, ο Μωυσής αυτός ήταν ένας νέος, που αγαπούσε ιδιαίτερα τον μονήρη βίο. Γι’ αυτό παρακάλεσε μία ημέρα τον άγιο να τον κρατήσει κοντά του, ώστε να οδηγηθεί με τις συμβουλές και την κα­θοδήγησή του «προς την όντως φιλοσοφίαν». Ο άγιος βέβαια στην αρχή δεν ήθελε να τον κρατή­σει κοντά του, γνωρίζοντας τις δυσκολίες της ερημητικής ζωής. Εκείνος όμως επέμενε, βάζο­ντας για την επιτυχία του σκοπού του και μεσί­τες από το μεγάλο ίσως μοναστήρι. Για το λόγο αυτό ο άγιος φάνηκε τελικά υποχωρητικός, κρα­τώντας το Μωυσή κοντά του. Ζήτησε όμως από αυτόν προκαταβολικά να κάνει υπακοή «εν παντί», ενώ εκείνος δέχθηκε παρευθύς όλους τους όρους του αγίου. Ύστερα δε από τη συμφωνία ε­κείνη, ο άγιος έστειλε μία ημέρα τον υποτακτικό του αυτόν να μεταφέρει λίγο χώμα εκλεκτό για τις λαχανίδες του κήπου τους. Στο πρόσταγμα ε­κείνο ο αποφασισμένος για την υπακοή Μωυσής πειθάρχησε παρευθύς προσπαθώντας να φέρει σε πέρας το έργο, που του είχε αναθέσει ο γέροντάς του άοκνα. Παρά την προθυμία όμως, με την ο­ποία άρχισε την εργασία εκείνη, όταν έφθασε το μεσημέρι, κουράσθηκε, γιατί ήταν ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού και η ζέστη πάρα πολύ μεγάλη. Έτσι κάθησε να ξεκουρασθεί στη σκιά κάποιου πελώριου βράχου, που ήταν εκεί κοντά, χωρίς να προσέξει, ότι ήταν έτοιμος να καταπέ­σει. Καθώς μάλιστα ξεκουραζόταν αμέριμνος, α­ποκοιμήθηκε. Την ώρα ακριβώς εκείνη ο άγιος βρισκόταν στο κελλί του και προσευχόταν, χω­ρίς όμως να ξεχνά βέβαια και το νεαρό υποτακτι­κό του. Σε κάποια στιγμή όμως καταλήφθηκε και αυτός από έναν ύπνο λεπτότατο, εξαιτίας προφα­νώς της μεγάλης ζέστης του καλοκαιριού. Στον ύπνο του ακριβώς αυτόν ένιωσε κάποια στιγμή να τον σκουντά ένας άνδρας ιεροπρεπής και επι­τιμητικά να του λέγει: -«Πώς αμερίμνως υπνείς, ο δε Μωυσής εν κινδύνω διατελεί;». Πώς μπο­ρείς, δηλαδή, να κοιμάσαι, Ιωάννη, τη στιγμή που ο υποτακτικός σου Μωυσής βρίσκεται σε με­γάλο κίνδυνο;
Στο άκουσμα των λόγων εκείνων ο άγιος ανα­πήδησε και επιδόθηκε πάραυτα με όλη τη θέρμη και το ζήλο της καρδιάς του σε μία απεγνωσμένη προσευχή για τη σωτηρία του μαθητού. Η προσευχή αυτή έκανε τότε το θαύμα της, γιατί ο Μωυσής άκουσε μέσα στο βαθύ ύπνο του τον γέρο­ντά του να τον φωνάζει και, ξυπνώντας, έσπευσε παρευθύς προς το μέρος του. Μόλις έκανε όμως κάποια βήματα, ο τεράστιος λίθος, κάτω από τον οποίο ήταν ξαπλωμένος, κατέπεσε, αφήνοντας εμβρόντητο το Μωυσή, που έσπευσε να διηγηθεί στο γέροντά του τα όσα διέτρεξαν. Στο άκουσμα των πιο πάνω ο «ταπεινόνους» γέροντας δόξαζε τότε «κρυφίαις βοαίς και βίαις αγάπης» τον πα­ντοδύναμο Κύριο, που άκουσε την προσευχή του και έσωσε το νεαρό εκείνο και υπάκουο υποτα­κτικό (ΡG. 88, 604ΑΒ).
2) Η απελευθέρωση του Ισαάκιου από το σαρκικό πάθος.
       Ένα δεύτερο θαύμα του αγίου αναφέρεται στην απελευθέρωση του αναχωρητού Ισαάκιου α­πό το δαίμονα της φιλοσαρκίας. Μία ημέρα ο Ισαάκιος που δοκιμαζόταν από ένα πολύ δυνατό σαρ­κικό πειρασμό, καταλήφθηκε από θλίψη μεγάλη και αθυμία. Για το λόγο αυτό ήρθε τρέχοντας προς τον άγιο, στον οποίο φανέρωσε με δάκρυα πολλά και με αναστεναγμούς της καρδιάς του τον πόλε­μο, που εσωτερικά δοκίμαζε. Στο άκουσμα των λόγων του Ισαάκιου ο άγιος συγκινήθηκε πολύ, θαυμάζοντας για τη μεγάλη πίστη και την ταπείνωσή του και είπε: -Έλα, αδελφέ μου, να προσευχηθού­με μαζί και ο αγαθός και ευσπλαχνικός Κύριος δε θα παραβλέψει τη δέησή μας. Πριν όμως τε­λειώσουν την προσευχή τους εκείνη, ο πολυεύσπλαχνος Κύριος ικανοποίησε το αίτημα του πι­στού δούλου Του, απομακρύνοντας το δαιμόνιο του σαρκικού πάθους από τον Ισαάκιο. Για το λό­γο αυτό ο Ισαάκιος, που ένιωθε πια τον εαυτό του θεραπευμένο και «άνοσο», δόξαζε, γεμάτος έκσταση και συντριβή, το μεγαλοδύναμο Θεό, ευχαρι­στώντας όμως ταυτόχρονα από τα βάθη της καρ­διάς του και τον δοξασθέντα άγιο. (ΡG. 88, 604C).
3) H βροχή στην περίοδο της ανομβρίας.
        Ένα τρίτο θαύμα του αγίου Ιωάννη έγινε, κατά το βιογράφο του, στα χρόνια που είχε γίνει ηγούμενος στο μεγάλο μοναστήρι. Κατά την πε­ρίοδο αυτή της ηγουμενίας του, οι κάτοικοι της γύρω από το μοναστήρι περιοχής έσπευσαν, ε­ξαιτίας της ανομβρίας που επικρατούσε στον τό­πο τους, προς τον άγιο και τον παρακάλεσαν να προσευχηθεί για τη λύση του αυχμού. Ακούγο­ντας το αίτημά τους εκείνο ο άγιος προσευχήθη­κε πράγματι για τη λύση της ανομβρίας και έτσι «κατηνέχθη υετός», βεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά ότι «θέλημα των φοβουμένων Αυτόν ποιή­σει ο Κύριος και της δεήσεως αυτών εισακούσεται». Εκτός από τα πιο πάνω όμως ο άγιος πραγ­ματοποίησε και πολλά άλλα, για τα οποία όμως ο ίδιος δεν έκανε φανερά λόγο.
Η εκλογή του σε ηγούμενο του μεγάλου μοναστη­ριού και η εφεξής δράση του
       Η μεγάλη φήμη της αγίας ζωής και της μόρ­φωσης του αγίου συνετέλεσαν, ώστε να εκλεγεί, υστέρα από σαράντα χρόνια αυστηρότατης α­σκητικής ζωής στην έρημο, σε ηλικία περίπου εβδομήντα πέντε (75) ετών, ηγούμενος του μεγά­λου μοναστηριού του Σινά. Για την εκλογή του αυτή βέβαια ο ίδιος ο άγιος, που αγαπούσε ιδιαί­τερα τη ζωή της ησυχίας, έφερνε αρχικά πολλές αντιρρήσεις. Οι Πατέρες, όμως, του μεγάλου μο­ναστηριού μεταχειρίσθηκαν στην περίσταση ε­κείνη κάποια μορφή βίας πνευματικής, ώστε να τον εξαναγκάσουν τελικά να δεχθεί το αίτημά τους. «Είτα», σημειώνει ο βιογράφος του, «αγά­μενοι πάντες τα πάντα αυτού κατορθώματα, ως νεοφανή τινα Μωσέα βία επί την των αδελφών η­γεμονίαν ανεβίβασαν επί της αρχικής λυχνίας τον λύχνον» (Βίος, Μ. 88, 605Α).
Στην προτίμησή τους βέβαια αυτή οι αδελφοί της μονής δε διαψεύσθηκαν από τον άγιο, που φρόντιζε να τους στηρίζει «τω λόγω της χάριτος πλουσίως», μεταχειριζόμενος καθημερινά «τα της διδασκαλίας νάματα αφθόνως και δαψιλώς» για την πνευματική ωφέλεια όχι μονάχα των ί­διων των μοναχών, αλλά και των πολυάριθμων ε­πισκεπτών του μοναστηριού τους. Οι διδασκα­λίες αυτές του αγίου, που γίνονταν κατά τρόπο συστηματικό και σε καθημερινή βάση στο μεγά­λο μοναστήρι τους, ήταν τόσο βαθειές, ώστε να ενσταλάζουν σαν μέλι ουράνιο στις ψυχές. Για το λόγο αυτό αναφέρεται από το βιογράφο του ό­τι στην πραγματικότητα δε μιλούσε κατά τις ώ­ρες εκείνες ο άγιος, αλλά ο ίδιος ο Θεός, εφόσον «ήνοιγε στόμα» και «είλκυε Πνεύμα».
Με τις θεοφώτιστες αυτές διδαχές, αλλά και τους ανεξάντλητους ταυτόχρονα κόπους της αγά­πης του ο άγιος γινόταν καθημερινά πατέρας και θεραπευτής όχι μονάχα για τους αφανείς μώλω­πες τής ψυχής, που του εξαγορεύονταν κατά την ιερή εξομολόγηση, αλλά σε ωρισμένες περιπτώ­σεις και των ανιάτων ασθενειών του σώματος με το θαυματουργικό χάρισμά του. Τα θαύματα α­κριβώς αυτά, και γενικότερα η απέραντη αγάπη του συνετέλεσαν, ώστε πολλοί άνθρωποι να καταφεύγουν σ’ αυτόν όχι μονάχα από τα κοντινά μέρη, αλλά και από τα μακρυνότερα, για να τον συμβουλευθούν, βρίσκοντας πάντοτε κάποια σο­φή λύση στα προβλήματά τους και φεύγοντας α­πό κοντά του ενισχυμένοι για τους αγώνες τους.
Κάποιοι από εκείνους που τον θαύμαζαν ό­μως δεν εύρισκαν πάντοτε ευκαιρία να τον επισκεφθούν στο μοναστήρι του και γι’ αυτό του έ­γραφαν επιστολές, ζητώντας από αυτόν κάποια απάντηση στις απορίες τους ή και κάποια ακόμη από τα συγγράμματά του. Ένας ακριβώς από τους ανθρώπους αυτούς ήταν και ο συνώνυμός του Ιωάννης ο Ραϊθηνός, ο ηγούμενος της μονής της Ραϊθούς, της ευρισκόμενης 30 περίπου χιλιό­μετρα Ν.Δ. από το μοναστήρι του αγίου, που ζή­τησε με επιστολή του από τον άγιο τους λόγους της Κλίμακας, την οποία με την πάροδο του χρό­νου είχε κατασκευάσει. Στο αίτημά του εκείνο ο άγιος αποφάσισε τότε να κάνει υπακοή, στέλνο­ντας στον επιστολογράφο του την Κλίμακα και ταυτόχρονα μία επιστολή, στην οποία χαρακτή­ριζε τον εαυτό του ως «ου σοφόν αρχιτέκτονα» και τα γραφόμενά του ως «ατελή αληθώς και πά­σης αγνωσίας και ιδιωτείας ανάμεστα», ενώ ταυ­τόχρονα χαρακτήριζε ως κράτιστο των διδασκά­λων τον ίδιο τον επιστολογράφο του. «Ημείς γαρ», έλεγε χαρακτηριστικά, φανερώνοντας την ταπεινοφροσύνη του, «εν τη των μαθητευομένων τάξει έτι καθεστήκαμεν. αλλ’ επειδή περ οι καθ’ ημάς θεοφόροι και της όντως γνώσεως μύσται τούτο υπακοήν ορίζονται, το εν τοις υπέρ δύναμιν αδιακρίτως τοις προστάττουσι πείθεσθαι, ι­δού τα καθ’ εαυτούς παριδόντες ευσεβώς, εν τοις υπέρ εαυτούς τολμηρώς την εγχείρησιν (του έρ­γου αυτού) πεποιήμεθα» (Κλίμαξ, έκδ. Αστέρος, Αθήναι 1970, σ. 11).
Η αναχώρησή του από το μεγάλο μοναστήρι και το τέλος του
       Οι κόποι της ηγουμενίας όμως, που ήταν ο­πωσδήποτε πάρα πολλοί, φαίνεται ότι κούρασαν σύντομα το μεγάλο εκείνο ησυχαστή, που δεν ξε­χνούσε ποτέ το κελλί της ησυχίας του. Γι’ αυτό, ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια ηγουμενίας, άφησε την ευθύνη του μεγάλου μοναστηριού στα χέρια του αδελφού του Γεωργίου, για να αποσυρ­θεί στο ησυχαστικό κελλί του, προαισθανόμενος πιθανότατα το τέλος του, που πλησίαζε.
Πώς έζησε βέβαια στην ησυχία του κατά την περίοδο αυτή ο άγιος, δεν είναι γνωστό. Ένα μο­νάχα γνωρίζουμε από το βιογράφο του, το τι έγινε κατά τις τελευταίες του στιγμές. Κατά τις στιγμές αυτές βρέθηκε κοντά του ο θαυμαστός α­δελφός του Γεώργιος, που, κλαίγοντας, έλεγε, κατά το βιογράφο του, τα πιο κάτω:
       -«Ιδού αφίεις με και υπάγεις; εγώ ηυχόμην, ίνα συ με προπέμψης. ουδέ γαρ ειμί ικανός εκτός σου ποιμάναι την συνοδίαν, ω Κύριέ μου, μάλ­λον δε εγώ σε προπέμπω». Με αφήνεις, δηλαδή, και φεύγεις; Εγώ ευχόμουν καθημερινά, ώστε συ να με κατευοδώσεις με τις ευχές σου στο μεγάλο ταξίδι, γιατί δε νιώθω δυνατός στη διακυβέρνη­ση των αδελφών, χωρίς τη συμπαράστασή σου! Ακούγοντας τα πιο πάνω, ο άγιος προσπάθησε τότε να παρηγορήσει τον κατά σάρκα και κατά πνεύμα εκείνον αδελφό, λέγοντας τα πιο κάτω:
       -«Μη λυπού, μηδέ μερίμνα. εάν γaρ εύρω παρρησίαν προς Κύριον, ου μη σε εάσω τελειώσαι ενιαυτόν όπισθέν μου». Μην ανησυχείς, δη­λαδή, αδελφέ μου, και μην έχεις αγωνιώδη μέρι­μνα μέσα σου για τα πιο κάτω. Ένα σου λέγω μονάχα πριν πεθάνω, ότι, εάν εύρω παρρησία κο­ντά στο Θεό, δε θα αφήσω να περάσεις ένα χρό­νο ολόκληρο μονάχος σου ύστερα από το θάνατό μου, αλλά θα παρακαλέσω το Θεό να σε πάρει κοντά Του μετά από μένα. Τα πιο πάνω λόγια του αγίου, κατά το βιογράφο του, εκπληρώθηκαν κατά το τελευταίο μέρος τους πολύ σύντομα. Δεν πέρασε, χρόνος ολόκληρος και ο αδελφός του Γεώργιος «εντός δέκα μηνών απήλθε και αυτός προς Κύριον». Από το θάνατο αυτό φαίνεται, κα­τά την κοινή λογική, ότι ο άγιος βρήκε παρρη­σία στο Θεό και γι’ αυτό ζήτησε και πήρε και τον αδελφό του κοντά του.
Η κοίμηση του αγίου, κατά τις Διηγήσεις Α­ναστασίου Β’ του Διηγηματογράφου, συνέβηκε «ταις παρελθούσαις ταύταις του Χειμώνος ημέραις», δηλαδή λίγες ημέρες μετά το Χειμώνα της χρονιάς εκείνης. Δίκαια η Εκκλησία μας γιορτά­ζει τη μνήμη της κοιμήσεως του στις 30 Μαρ­τίου. Ένα μονάχα πρέπει να τονίσουμε στο ση­μείο αυτό, το ότι, δηλαδή, ο άγιος εκοιμήθη «ωραϊσμένος ταις αρεταίς» και για τούτο, κατά τον υμνογράφο Ιγνάτιο, «εις νυμφώνα της αρρήτου δόξης συνεισήλθε».
Από τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου
*  Ο ασεβής άνθρωπος είναι μία ύπαρξη λογι­κή και θνητή, η οποία θεληματικά αποφεύγει την Ζωή, και τον Δημιουργό της, που υπάρχει αιώνια και που τον θεωρεί ως ανύπαρκτο!
*   Παράνομος είναι αυτός που με την κακή σκέψη του διαστρέφει το νόμο του Θεού, και που νομίζει ότι πιστεύει, ενώ έχει επιθυμίες και αντι­λήψεις αντίθετες προς τον Θεό.
*  Χριστιανός είναι αυτός που μιμείται τον Χριστό, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν, και στα λόγια, και στα έργα και στην σκέψη. Πιστεύει δε σωστά και αλάνθαστα στην Αγία Τριάδα.
*  Θεοφιλής είναι αυτός που απολαμβάνει όλα τα φυσικά δώρα του Θεού, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του τίποτε το εφάμαρτο, ενώ συγχρό­νως δεν αμελεί να επιτελεί το αγαθό, κατά τις δυνάμεις του.
*  Εγκρατής είναι αυτός που ζει μέσα στους πειρασμούς και τις παγίδες και τους θορύβους του κόσμου, και αγωνίζεται με όλη του τη δύνα­μη να μιμηθεί την ζωή εκείνων που είναι απαλ­λαγμένοι από τους θορύβους του κόσμου.
*  Μοναχός είναι ο ολόψυχα αφοσιωμένος μό­νο στις εντολές του Θεού και στο λόγο Του και τις εφαρμόζει πάντοτε… Η ζωή του είναι μπολια­σμένη στην Θεανθρώπινη ζωή του Κυρίου… Μο­ναχός σημαίνει εξαγνισμένο σώμα και καθαρό στόμα και φωτισμένος νους.
*  Πένθος για το Θεό είναι το νάνε σκυθρωπή η ψυχή, κι’ η καρδιά να ποθεί να πικραίνεται και να αποζητά ολοένα αυτό που διψά, κ’ επειδή δεν το βρίσκει, να το κυνηγά με πόνο και να τρέχει ξοπίσω του κλαίγοντας απαρηγόρητα.
*  Βάστα καλά τη μακάρια χαρμολύπη της οσίας κατάνυξης, και μην πάψεις να την εργάζε­σαι μέσα σου, ώσπου να σε κάνει να υψωθείς α­πό τούτον τον κόσμον και να σε παραστήσει καθαρόν στο Χριστό.
*  Όποιος πορεύεται με θλίψη αδιάκοπη, αυ­τός δεν παύει να γιορτάζει ακατάπαυστα, κι’ ό­ποιος ολοένα διασκεδάζει, ετούτος μέλλεται να απολάψει θλίψη αιώνια.
*  Γίνε σαν Βασιλιάς μέσα στην καρδιά σου, υψηλός με ταπείνωση καθισμένος, και προστάζο­ντας στο γέλοιο: φεύγα και φεύγει και στο γλυκό το κλάμα: έλα, κι’ έρχεται και στο κορμί μας, πούνε σκλάβος και τύραννος: κάνε τούτο και το κάνει.
*   Ακτημοσύνη, ήγουν ολότελη φτώχεια, εί­ναι το να αποθέση ο άνθρωπος κάθε φροντίδα από πάνω του, να γίνη οδοιπόρος δίχως μπόδια. Ξένος από λύπη. Ακτημοσύνη είναι η πίστη στις εντολές του Κυρίου.
* Ευθύτητα είναι η απεριέργη έννοια. Ανό­θευτο ήθος. Άπλαστος λόγος κι απροκατασκεύαστος. Όπως λέγεται ο Θεός αγάπη, έτσι λέγεται και ευθύτητα. Για τούτο ο σοφός στα ποιήματα Σολομώντας λέγει στην καθαρή καρδιά: «Ευθύτης ηγάπησέ με». Και ο πατέρας του Δαυΐδ λέ­γει: «χρηστός και ευθύς ο Κύριος».
(Απόδοση Φώτη Κόντογλου)
πηγή: ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΑΧΙΛΛΕΑ ΠΙΤΣΙΛΚΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

http://www.imconstantias.org.cy/132.html

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ Απάντησις στον κ. Παντ. Καλαϊτζίδη και δι' αυτού στον σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο

 



Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ Απάντησις στον κ. Παντ. Καλαϊτζίδη και δι' αυτού στον σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 6ῃ Ὀκτωβρίου 2016

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΣΤΟΝ κ. ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗ
ΚΑΙ ΔΙ’ ΑΥΤΟΥ ΣΤΟΝ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ κ. ΙΓΝΑΤΙΟ


Ὁ Ἐλλογιμώτατος κ. Παντελῆς Καλαϊτζίδης στήν Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν (https://www.efsyn.gr/arthro/epikindyna-thriskeytika) στίς 3/10 δημοσίευσε κείμενό του μέ θέμα «Ἐπικίνδυνα Θρησκευτικά; Ἡ στροφή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου καί ἡ σύμπλευσή του μέ τούς ἀκραίους Ἱεράρχες καί τήν ὑπερσυντηρητική Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων» ἐπί λέξει ἔγραψε τά ἀκόλουθα: «Ώστε λοιπόν δεν αποτελούν κίνδυνο (και όνειδος) για την Εκκλησία ο αντισημιτισμός του Μητροπολίτη Πειραιώς ή η απροκάλυπτη εξύμνηση των πρωτεργατών της στρατιωτικής δικτατορίας και της εγκληματικής οργάνωσης της ”Χρυσής Αυγής”,» καί ἔτσι μέ τόν τρόπο αὐτό μέ ἀπεκάλεσε κίνδυνο καί ὄνειδος γιά τήν Ἐκκλησία ἀποδίδοντάς μου ἀνύπαρκτες κατηγορίες καί διαστρεβλώνοντας τά κείμενά μου μέ σκοπό νά μέ παρουσιάσει ὅπως καί ἔγραψε ὡς ἐπικίνδυνο καί ὡς ντροπή τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀσφαλῶς τήν ἠθική εὐθύνη γιά τήν ἐξύβριση καί τήν συκοφαντική μου δυσφήμιση δέν τήν ἔχει ὁ κ. Καλαϊτζίδης ἀλλά ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος ὁ ὁποῖος ἀνέχεται ἀπό ἕναν τόσο στενό του συνεργάτη τὀν Διευθυντή τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος νά ἐξυβρίζει δημοσίᾳ καί νά συκοφαντεῖ ἕναν συνεπίσκοπό του, τόν ὁποῖο γνωρίζει ἀπό τήν ἁπαλή τους νεότητα ὡς συμμαθητή του.

Τά ἀδικήματα τῆς ἐξυβρίσεως καί τῆς συκοφαντικῆς δυσφημίσεως πού διέπραξε ὁ κ. Καλαϊτζίδης καί γιά τά ὁποῖα θά ὑποστεῖ τήν ἀνάλογο δικαστική βάσανο ἐνώπιον τῆς ἀστικῆς καί τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ὅπου ἄμεσα καταφεύγω εἶναι αὐταπόδεικτα διότι δέν ὑφίσταται οὔτε ἕνα κείμενό μου με «απροκάλυπτη εξύμνηση των πρωτεργατών της στρατιωτικής δικτατορίας και της εγκληματικής οργάνωσης της “Χρυσής Αυγής”» οὔτε ἐπίσης ἔχω ἐκφράσει ποτέ ἀντισημιτισμό. Προκαλῶ τόν κ. Καλαϊτζίδη νά παρουσιάσει μία ἔστω φράση μου πού νά στηρίζει τίς συκοφαντίες του. Ἀντιθέτως ἔχω περγαμηνές κατά τήν διάρκεια τῆς δικτατορίας ὅπως δήλωσε ἡ θρυλική ἐκφωνήτρια τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πολυτεχνείου Μαρία Δαμανάκη κατά τήν ἐνθρόνιση μου (19/3/2006) ὑπῆρξα ἀπό τούς πρωτεργάτες τοῦ ἀντιδικτατορικοῦ ἀγώνα ὡς φοιτητής, μετεῖχα στήν ἐξέγερση τοῦ Πολυτεχνείου καί στήν κατάληψη τῆς Νομικῆς Σχολῆς καί βέβαια στό διαδίκτυο ἔχουν κυκλοφορηθεῖ πάμπολα κείμενά μου κατά τοῦ ἀποκρυφιστικοῦ μορφώματος τῆς «Χρυσῆς Αὐγῆς» ὅτι εἶναι παγανιστικό σύστημα πού μιμήθηκε τό ἑρμητικό τάγμα τῆς «Χρυσῆς Αὐγῆς» τοῦ 19ου αἰ. καί πού ἀποτελεῖ κίνδυνο γιά τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό μας (http://www.amen.gr/article/o-mitropolitis-peiraiws-serafeim-gia-tin-xrusi-augi).

Ὅσον ἀφορᾶ στόν δῆθεν ἀντισημητισμό μου ἔχω διακηρύξει σέ πολλά μου κείμενα (http://aktines.blogspot.gr/2011/01/blog-post_5586.html) τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό μου πρός τόν ἑβραϊκό λαό καί τά μαρτύρια πού ὑπέστη κατά τό ὁλοκαύτωμα ἀλλά ἔχω στηλιτεύσει ἀσφαλῶς τόν ἀντιχριστιανικό σιωνισμό, ὁ ὁποῖος ἕως τό 1980 χαρακτηρίζετο ὡς ρατσισμός ἀπό τόν ΟΗΕ, διότι μετέβαλε τόν θεϊσμό καί τόν προφητισμό τῆς ΠΔ σέ ἑωσφορισμό τοῦ Ταλμούδ καί τῆς Καμπαλά, στηριζόμενος στίς καταγγελίες τῶν ὀρθοδόξων ἑβραίων τῆς Ἀμερικῆς.

Συνεπῶς ὁ κ. Καλαϊτζίδης καί μέ ἐξύβρισε καί μέ συκοφάντισε ἰσχυριζόμενος ἀνύπαρκτα πράγματα διότι τό κείμενό του ἀπό τό ὥστε ἕως καί τό κόμμα ἀφοροῦν στό πρόσωπό μου καί γνωρίζουμε ἀπό τόν ἄφθιτο λόγο τοῦ Κυρίου ὅτι πατήρ τοῦ ψεύδους καί τῆς συκοφαντίας εἶναι ὁ ἀντίδικος ἡμῶν καί βύθιος δράκων (Ἰω. 8, 44). Εὐχαριστῶ λοιπόν τόν κ. Καλαϊτζίδη καί τόν πάτρωνα καί μέντορά του Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο γιά τάς ὕβρεις τήν συκοφαντία καί τόν ὀνειδισμό διότι μᾶς ἔχει δοθεῖ ὄχι μόνο τό ὑπέρ Χριστοῦ χαίρειν ἀλλά καί τό «ὑπέρ Χριστοῦ πάσχειν» (Φιλ. 1, 29).   


Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Με σιωπή ή με θυμό;


Με σιωπή ή με θυμό;
Μέ σιωπή ἤ μέ θυμό;

Γράφει ὁ Φώτης Μιχαήλ, ἰατρός

Ὁ ὅσιος γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής σέ ἀπαντητική του ἐπιστολή (1), σχολιάζοντας τό πάθος τοῦ θυμοῦ, γράφει: ‘‘…Ὅταν σοί ἔλθῃ θυμός, κλεῖσε τό στόμα δυνατά καί μή ὁμιλήσῃς εἰς τόν ὑβρίζοντα ἤ ἀτιμάζοντα ἤ ἐλἐγχοντα ἤ πολυειδῶς σε πειράζοντα ἄνευ λόγου’’.
Αὐτά συμβουλεύει σέ δόκιμο μοναχό, δηλαδή, αὐτοσυγκράτηση, γιά τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες, πού ἡ καρδιά του κινδυνεύει νά καταληφθεῖ ἀπό θυμό ἐξαἰτίας προσβολῶν, ὕβρεων και γενικῶς ἀπρεποῦς συμπεριφορᾶς ἄλλων μοναχῶν ἀπέναντί του.
Γιά τόν θυμό, ὅμως, πού εἶναι δυνατόν νά γεννηθεῖ μέσα μας σέ περιπτώσεις δαιμονικῶν ἐπιθέσεων ἤ σέ ἀπόπειρες αἱρετικῶν νά ἀλλοιώσουν τήν Πίστη μας, ὁ ὅσιος γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής προτείνει ἐντελῶς ἀλλιώτικη τακτική. Στήν ἴδια ἐπιστολή γράφει ἐπί λέξει τά ἑξῆς: ‘’Ὁ θυμός καθ’ ἑαυτόν εἶναι φυσικός. Ὅπως τά νεῦρα στό σῶμα. Εἶναι καί αὐτός νεῦρον ψυχῆς. Καί ὀφείλει νά τόν μεταχειρίζεται ὁ καθείς ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀνθρώπων αἱρετικῶν, καί παντός κωλύοντος ἀπό τήν ὁδόν τοῦ Θεοῦ’’.
Ὅταν, δηλαδή, ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός ἐμποδίζεται στόν ἁγιαστικό του ἀγῶνα ἀπό τούς δαίμονες ἥ ἀπό ἀνθρώπους αἱρετικούς, τότε ὁ θυμός ὀφείλει νά γίνει μέσον προστασίας καί ἀντίστασης πνευματικῆς στά χέρια τοῦ Πιστοῦ.
Ἀξίζει να παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ ὅσιος γέροντας βάζει τούς δαίμονες καί τούς αἱρετικούς στήν ἴδια σειρά. Διότι τήν ἴδια λύσσα ἔχουν ἐναντίον μας, τόν ἴδιο κίνδυνο διατρέχουμε καί ἀπό τίς δυό πλευρές!
Ἐδῶ εἶναι, πού ἐφαρμόζεται τό ἁγιογραφικό ‘’ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε’’ (Ἐφεσ. 4, 26). Ὁ ἅγιος γέροντας εἶναι σαφής: Στόν ἀδελφό, πού τυχόν μᾶς πικραίνει, μᾶς ὑβρίζει καί μᾶς περιφρονεῖ, ἀπαντᾶμε πάντοτε μέ ἀγάπη καί τρόπο ἥμερο. Στίς ἐπιθέσεις, ὅμως, τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί σέ ἀνθρώπους αἱρετικούς χρειάζεται νά δουλέψει τό νεῦρο τῆς ψυχῆς. Δηλαδή ὁ θυμός.
Ὁ μεγάλος αὐτός δάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς δέν λέει λόγια δικά του. Ἑπόμενος τοῖς Ἁγίοις Πατράσι, ἐπαναλαμβάνει στήν οὐσία τόν Μέγα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος μᾶς διδάσκει: ’’Νεῦρον γάρ ἐστι τῆς ψυχῆς ὁ θυμός. Δεῖν γάρ οἶμαι τήν ἴσην σπουδήν ἔχειν περί τε τήν ἀγάπην τῆς ἀρετῆς, καί περί τό μῖσος τῆς ἁμαρτίας’’.(2)  
Τώρα λοιπόν πού,  ἐπισήμως πλέον, τούς ἀμετανόητους αἱρετικούς τούς ὀνομάσαμε ‘’ἐκκλησία’’, πού ἀναγνωρίσαμε ἱερωσύνη καί μυστήρια στούς ψευτοχριστιανούς τῆς Δύσης, πού ἀνώτατοι ρασοφόροι  μας καταργοῦν μέ τήν ζωή τους ὁλόκληρα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεώς μας, πού οἱ περισσότεροι Ἐπίσκοποί μας κρατᾶνε τό στόμα τους κλειστό, λές καί δέν συμβαίνει τίποτε, τί δέον γενέσθαι ἀπό τήν πλευρά τοῦ κατώτερου κλήρου καί τῶν λαϊκῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μας;

Ἀπό τήν μιά μεριά τό συνέδριο Ἐπισκόπων τοῦ Κολυμβαρίου μέ τίς ἀποφάσεις του μᾶς καλεῖ, νά ἑνωθοῦμε ἀπροϋπόθετα μέ τούς αἱρετικούς (3) καί νά πέσουμε ἔτσι ἐθελουσίως στήν δαιμονική παγίδα τῆς ἀπιστίας. (4)
Ἄρα: α) Νά ἀρνηθοῦμε την μοναδικότητα τῆς πολυτίμητης Ὀρθοδοξίας μας καί νά γίνουμε ἕνα μέ τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, την ‘’κουρελοῦ τοῦ διαβόλου’’, ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἀγαπημένος μας ἅγιος Παΐσιος, και
β) νά γυρίσουμε τήν πλάτη στούς ἁγίους Πατέρες μας καί νά συνταχθοῦμε μέ τούς λεγόμενους μεταπατερικούς, μέ την πανθρησκεία καί την παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ. (5)
Ἀπό την ἄλλη, ὅμως, ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ ὅσιος γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής, στις ἐπιθέσεις τῶν δαιμόνων καί τῶν αἱρετικῶν, μᾶς καλοῦν νά ἀπαντήσουμε μέ τό νεῦρο τῆς ψυχῆς μας, πού εἶναι ὁ θυμός.

Πάντως, γιά ἐμᾶς τούς Όρθοδόξους, ἐδῶ καί δυό χιλιάδες χρόνια, ἡ Πίστη εἶναι ἀδιαπραγμάτευτη καί οἱ Ἄγιοι ὁδοδεῖκτες μας.


______________________________________________________________________
(1). Ἀπό το βιβλίο Γέροντος Ἰωσήφ ‘’Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας’’, ἐκδόσεως Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, σελ. 61.
(2). Ἑρμηνεία εἰς την προς Ἐφεσίους ἐπιστολήν, Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἐκδόσεις ‘’Ὀρθόδοξος κυψέλη’’, σελ. 446. (Λόγ. κατά ὁργιζομέν.).
(3). ‘’Οἱ παπικοί καί οἱ Προτεστάντες εἶναι αἱρετικοί, ἀποτελοῦν μία κοινότητα, μία δική τους συναγωγή, ἀλλά δέν εἶναι Ἐκκλησία. Οἱ Παπικοί καί οἱ Προτεστάντες θά εἶναι καί θά γίνουν πάλι Ἐκκλησία, ὅταν μετανοήσουν γιά τίς πλάνες τους καί ἔτσι μετανοημένοι ζητήσουν νά ξαναγυρίσουν στήν Ἐκκλησία, ἀπό την ὁποία ἀποκόπηκαν’’. (Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας)
(4). Σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, μία ἀπό τίς τρεῖς μορφές ἀπιστίας καί ἀθεΐας εἶναι ἡ σιωπή ἀπέναντι στήν αἵρεση καί στούς αἱρετικούς.
(5).  ‘’Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ὅλοι δε αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς την ἄλλην αἵρεσιν. Το κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά των εἶναι ἡ παναίρεσις’’ (Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ‘’Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός’’, σελ. 224.).

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Επιστολή Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ προς τον Πατριάρχη Σερβίας




Επιστολή Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ προς τον Πατριάρχη Σερβίας
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190
185 39
ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ 
Email : impireos@hotmail.com
Τήλ
. 210 4514833
Fax 210 4518476
 
Ἀριθμ. Πρώτ 527.                                                Ἐν Πειραιεῖ τὴ 23η Μαΐου 2016
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΝ
Ἀρχιεπίσκοπον Πεκίου
Μητροπολίτην Βελιγραδίου καὶ Καρλοβικίου
καὶ Πατριάρχην τῶν Σέρβων
Κύριον κ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΝ
Εἰς ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΝ

 
Μακαριώτατε Δέσποτα,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Πάνυ εὐλαβῶς καὶ μετὰ πλείστης τιμῆς καὶ υἱϊκὴς ἐν Κυρίω ἀγάπης ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως τῆς ναυλόχου πόλεως τοῦ Πειραιῶς καὶ πρώτου λιμένος τῆς Ἑλλάδος προάγομαι ὅπως ἐπικοινωνήσω διὰ μίαν εἰσέτι φορᾶν μετὰ τῆς περισπουδάστου μοι Ὑμετέρας Μακαριότητος, τοῦ πολιοῦ Προκαθημένου τῆς κατὰ Σερβίαν Ἁγιοσαββιτικὴς Ὀρθοδόξου, Καθολικῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ ἀπευθύνω ἐν πρώτοις τὴ Ὑμετέρα Μακαριότητι θερμὲς ἐόρτιες προσρήσεις ἐπὶ τὴ λαμπροφόρω Ἀναστάσει τοῦ Κυρίου.
Γνωστὴ τυγχάνει, Μακαριώτατε, εἰς πάσας τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 2015, Ὑμετέρα πρότασις, κοινοποιηθεῖσα πρὸς πάντα τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα καὶ τὰς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας, περὶ τῆς  ἀναγνωρίσεως ἐν τὴ μελλούση νὰ συνέλθη Πανορθοδόξω Συνόδω τὸν προσεχῆ Ἰούνιον ἐν τὴ Κρήτη, τῆς ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου καὶ ἐν ἔτει 879-880 ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ὀγδόης Οἰκουμενικῆς καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 1351 συγκληθείσης Συνόδου, ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς. Ἡ Ὑμετέρα πρότασις, ὡς ἐτονίσαμεν ἐν τὴ ἀπὸ 29ης Σεπτεμβρίου 2015, ἡμετέρα ἐπιστολή, θεολογικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς ἐρειδομένην καὶ στοιχοῦσα πρὸς τὴν Ἀποστολικοπαράδοτον πίστιν, ἀνηῦρε εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου τὴν Ὑμετέραν στιβαρᾶν ἐκκλησιαστικὴν Προσωπικότητα, ποῦ ἀνέλαβε τὴν ἱερὰν καὶ ρηξικέλευθον ταύτην πρωτοβουλίαν τὴν ἐκφράζουσαν καὶ τὴν συνείδησι τῶν ὁμοδόξων Ἀδελφῶν ἐν Χριστῷ Ἐκκλησιῶν. Πρότασιν διὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὔθις σπεύδω νὰ ἐκφράσω τὰς θερμᾶς μου συγχαρητηρίους εὐχᾶς καὶ εὐχαριστίας. Ὡστόσο ἡ μὴ συμπερίληψις ἐν τὴ θεματολογία τῆς μελλούσης Σύνοδου τῆς ἐν λόγω καιρίας καὶ ἄκρως ἀναγκαίας ταύτης προτάσεως καταδεικνύει τὸν κίνδυνον νὰ μεταβληθεῖ ἡ μέλλουσα Σύνοδος ἀπὸ εὐλογία καὶ δωρεὰ Θεοῦ σὲ πρόκληση. Ὑφίσταται ἐν ἄλλοις λόγοις ὁρατὸς ὁ κίνδυνος νὰ προχωρήσει ἡ ἐν λόγω Σύνοδος ἀντὶ τῆς καταδίκης τῶν καινοφανῶν αἱρέσεων τοῦ filioque, τοῦ Πρωτείου καὶ τῶν περὶ κτιστῆς Χάριτος διδασκαλιῶν τοῦ Παπισμοῦ, σὲ ἐκκλησιαστικὴ ἀναγνώριση τοῦ Παπισμοῦὡς  καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ὡς ἀληθῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ ἀποτέλεσμα τελικῶς νὰ καταγραφεῖ ἡ ἐν λόγω Σύνοδος ἐν τῆς ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ὡς Ψευδοσύνοδος.
Ἐν ὄψει τοῦ ἔσχατου αὐτοῦ κινδύνου ἡ καθ’ ἠμᾶς Ἱερὰ Μητρόπολις ἐν συνεργασία μετὰ τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Γλυφάδας, Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, καὶ Κυθήρων, ὡς καὶ τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν, συνδιοργάνωσε Θεολογικὴ - Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα, μὲ θέμα: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Μεγάλη προετοιμασία, χωρὶς προσδοκίες», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὴν Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, στὸ Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας, στὴν αἴθουσα «Μελίνα Μερκούρη», στὸ Νέο Φάληρο Πειραιῶς.
Τὴν Ἡμερίδα ἐτίμησαν μὲ τὴν παρουσία τοὺς Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς, Καθηγούμενοι καὶ Γερόντισσες Ἱερῶν Μονῶν, ἁγιορεῖτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι Χριστιανικῶν Σωματείων καὶ Ὀργανώσεων, Καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ Θεολόγοι καὶ γύρω στοὺς χίλιους πιστούς. Ἡ Ἐπιστημονικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελοῦνταν ἀπὸ α) τὴν ἐλαχιστότητά μου, β) τὸν Αἰδεμιολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ὁμότιμο Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, γ) τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ὁμότιμο Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. δ) τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, Προηγούμενο τῆς Ι. Μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, καὶ ε) τὸν ἐλλογιμώτατο Καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη. Στὴν Ἡμερίδα παρέστησαν καὶ ἀπηύθυναν χαιρετισμὸ ὁ Ἐπίσκοπος Μπαντσὲν κ. Λογγίνος τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὅρους π. Σάββας. Ἐπίσης, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λόβετς τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας κ. Γαβριὴλ ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαῖο Βουλκανέσκου, κληρικὸ τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέγνωσε τὸν χαιρετισμό του.
Τὸ γενικὸ θέμα τῆς Ἡμερίδος ἀναπτύχθηκε σὲ τέσσερις Συνεδρίες: Ἀπὸ τὴν ἐλαχιστότητά μου καὶ τοὺς εἰσηγητὲς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεο, Γλυφάδας κ. Παῦλο, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, καὶ Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία, τοὺς ὁμοτίμους πανεπιστημιακοὺς καθηγητές, Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Γεώργιο Μεταλληνὸ καὶ π. Θεόδωρο Ζήση, τὸν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τοὺς Πανοσιολογιωτάτους Ἀρχιμανδρίτες π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, καὶ τὸν π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, τοὺς Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Πέτρο Heers, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., καὶ π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριό του Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πατρών, τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Παῦλο Δημητρακόπουλο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντὴ τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ τῶν Παραθρησκειῶν τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τὸν ἐλλογιμώτατο κ. Σταῦρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», καὶ τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ἄγγελο Ἀγγελακόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἀπὸ τὶς εἰσηγήσεις καὶ τὸν ἐπακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε καὶ ἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τὸ παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:
1) Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι καρπὸς τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν νοεῖται Ἐκκλησία χωρὶς Θεολογία καὶ δὲν νοεῖται Θεολογία ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἐξέφρασαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ ἅγιες Σύνοδοι. Ὅταν μία Σύνοδος δὲν θεολογεῖ ὀρθοδόξως, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ, ὅταν οἱ συμμετέχοντες στὴ Σύνοδο δὲν ἔχουν τὴν πείρα τῶν θεουμένων Πατέρων, ἡ τουλάχιστον δὲν ἀκολουθοῦν αὐτούς, χωρὶς νὰ τοὺς παρερμηνεύουν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὰ συνοδικὰ μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες, ἢ ἐπηρεάζονται ἀπὸ πολιτικές, ἢ ἄλλες σκοπιμότητες. Ἡ σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα ἀπέδειξε ὅτι σήμερα πολλὰ ὑψηλὰ ἱστάμενα πρόσωπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ἐπηρεάζονται, ὡς μὴ ὄφειλε, ἀπὸ πολιτικοὺς παράγοντες. Σὲ πολλές, ἐπίσης, περιπτώσεις δημιουργοῦνται, στὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς σχέσεις, ἀντιπαλότητες, ἢ κυριαρχοῦν ἐθνικιστικὲς καὶ πολιτικὲς σκοπιμότητες.
2) Μετὰ ἀπὸ μιὰ μακρὰ ἱστορία προετοιμασίας τῆς συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν, διαπιστώνουμε, ἀπὸ τὴν θεματολογία, τὰ προσυνοδικὰ κείμενα καὶ τὶς δηλώσεις τῶν διοργανωτῶν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλο ἔλλειμμα Συνοδικότητος, ἔλλειμμα θεολογικῆς πληρότητος, σαφήνειας καὶ ἀκρίβειας τῶν πρὸς συζήτηση κειμένων καὶ ἀκόμη μεγαλύτερο ἔλλειμμα ὡς πρὸς τὴν θεολογικὴ ὀρθότητα, μὲ τὴν ὁποία αὐτὰ εἶναι διατυπωμένα. Πιὸ συγκεκριμένα :
3) Ἡ μὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων στὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Σύνοδο, ἀλλὰ μόνο εἰκοσιτεσσάρων ἀπὸ κάθε Τοπικὴ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, εἶναι ξένη πρὸς τὴν Κανονικὴ καὶ Συνοδική μας Παράδοση. Τὰ ὑπάρχοντα ἱστορικὰ στοιχεῖα μαρτυροῦν, ὄχι ἀντιπροσώπευση, ἀλλὰ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ συμμετοχὴ ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπαρχίες τῆς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, ὁ μὴ χαρακτηρισμός της ὡς Οἰκουμενικῆς, μὲ τὸν ἀπαράδεκτο ἰσχυρισμὸ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτὴν οἱ «χριστιανοὶ τῆς Δύσεως», ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦσαν τὶς Ἅγιες Συνόδους ἐρήμην τῶν αἱρετικῶν. Κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ἀπαράδεκτο οἱ διοργανωτές της νὰ ἔχουν τὴν ἀξίωση τὸ κύρος της νὰ εἶναι ἰσοδύναμο καὶ ἰσάξιο μὲ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἀλλά, οὔτε καὶ Πανορθόδοξος μπορεῖ νὰ ἀποκληθεῖ ἡ ἐν λόγω Σύνοδος, διότι προφανῶς ἀποκλείεται ἡ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.
Ἐξ ἴσου ἀμάρτυρο στὴν Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Κανονική μας Παράδοση, καὶ γι’ αὐτὸ ἀπαράδεκτο, εἶναι τὸ σχῆμα: μία ψῆφος-μία Ἐκκλησία, μὲ ἀπαραίτητη τὴν ὁμοφωνία ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ κάθε ἐπίσκοπος δικαιοῦται νὰ ἔχει δική του ψῆφο καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν μὴ δογματικῶν θεμάτων νὰ ἰσχύσει ἡ ἀρχή: «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω». Ἀπαράδεκτο θεωροῦμε, ἐπίσης, τὸ νὰ προαποφασίζονται τὰ θέματα καὶ ὁ τρόπος ὀργανώσεως τῆς Συνόδου, χωρὶς τὸ κυρίαρχο σῶμα τῶν κατὰ τόπους Ἱεραρχιῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν νὰ ἔχει ἐκφράσει συνοδικῶς τὴν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν τοποθέτησή του.
4) Οἱ μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Ἑτεροδοξία κατέληξαν σὲ τραγικὴ ἀποτυχία, τὴν ὁποία ὁμολογοῦν σήμερα καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ πρωτεργάτες τους. Ἡ δῆθεν προσφερομένη βοήθεια μέσω τῶν Διαλόγων γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑτεροδόξων στὴν ἐν Χριστῷ ἀλήθεια καὶ τὴν Ὀρθοδοξία διαψεύδεται καὶ ἀποδεικνύεται ἀνύπαρκτη. Τελικά, οἱ Διάλογοι ἐξυπηρέτησαν καὶ προώθησαν τοὺς στόχους τῆς ἀντιχρίστου λεγομένης «Νέας Ἐποχῆς» καὶ τῆς Παγκοσμιοποιήσεως. Ἕνα σημαντικὸ κενό, ποῦ παρουσιάζουν τὰ πρὸς συζήτηση στὴ μέλλουσα Σύνοδο προσυνοδικὰ κείμενα, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι παραδόξως ἀπουσιάζει σ’ αὐτὰ ἡ κριτικὴ ἀξιολόγηση τῆς μέχρι σήμερα πορείας τόσο τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξύ της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, ὅσο καὶ τῆς συμμετοχῆς της στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση καὶ τὸ λεγόμενο «Π.Σ.Ε.», ἡ ὁποία ὑπῆρχε στὰ κείμενα τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως.
5) Τὸ προσυνοδικὸ κείμενο μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» παρουσιάζει κατὰ συρροὴ τὴν θεολογικὴ ἀσυνέπεια, ἢ καὶ ἀντίφαση. Ἔτσι, τὸ ἄρθρο 1 διακηρύσσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, θεωρώντας τὴν –πολὺ σωστὰ– ὡς τὴν «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Ὅμως, στὸ ἄρθρο 6 παρουσιάζει μία ἀντιφατικὴ πρὸς τὸ παραπάνω ἄρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορικὴν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν μὴ εὐρισκομένων ἐν κοινωνία μετ' αὐτῆς». Ἐδῶ γεννᾶται τὸ εὔλογο θεολογικὸ ἐρώτημα: Ἂν ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ΜΙΑ», κατὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (ἄρθρ. 1), τότε, πῶς γίνεται λόγος γιὰ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες; Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτὲς οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι ἑτερόδοξες. Οἱ ἑτερόδοξες, ὅμως, «Ἐκκλησίες» δὲν μποροῦν νὰ κατονομάζονται καθόλου ὡς «Ἐκκλησίες» ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐπειδή, δογματικῶς θεωρούμενα τὰ πράγματα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ πολλότητα «Ἐκκλησιῶν», μὲ διαφορετικὰ δόγματα καὶ μάλιστα σὲ πολλὰ θεολογικὰ θέματα. Κατὰ συνέπεια, ἐνόσο οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτὲς παραμένουν ἀμετακίνητες στὶς κακοδοξίες τῆς πίστεώς τους, δὲν εἶναι θεολογικὰ ὀρθὸ νὰ τοὺς ἀναγνωρίζουμε –καὶ μάλιστα θεσμικὰ– ἐκκλησιαστικότητα, ἐκτός της «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».[1]
Στὸ ἴδιο ἄρθρο (6) ὑπάρχει καὶ δεύτερη σοβαρὴ θεολογικὴ ἀντίφαση. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ σημειώνεται τὸ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθῆ». Στὸ τέλος, ὅμως, τοῦ ἴδιου ἄρθρου γράφεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μὲ τὴν συμμετοχή της στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση, ἔχει ὡς «ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἐφόσον ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, τότε τί εἴδους ἑνότητα Ἐκκλησιῶν ἀναζητεῖται στὸ πλαίσιο τῆς Οἰκουμενι(στι)κῆς Κινήσεως; Μήπως ὑπονοεῖται ἡ ἐπιστροφὴ τῶν δυτικῶν χριστιανῶν στὴ ΜΙΑ καὶ μόνη Ἐκκλησία; Κάτι τέτοιο, ὅμως, δὲν διαφαίνεται ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα συνόλου τοῦ Κειμένου. Ἀντίθετα, μάλιστα, δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει δεδομένη διαίρεση στὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ προοπτικὲς τῶν διαλεγομένων ἀποβλέπουν στὴν διασπασθεῖσα ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
6) Τὸ ὡς ἄνω κείμενο κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐκφραστεῖ ἤδη κατὰ τὴν Β΄ Βατικανὴ ψευδοσύνοδο. Αὐτὴ ἡ νέα Ἐκκλησιολογία ἔχει ὡς βάση τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ὅλων τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων, (βαπτισματικῆ θεολογία). Οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, προκειμένου νὰ προσδώσουν κανονικὴ ἐγκυρότητα καὶ συνοδικὴ νομιμότητα στὴν κακόδοξη αὐτὴ Ἐκκλησιολογία, ἐπικαλοῦνται τὸν 7ο Ἱερὸ Κανόνα τῆς Β΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὸν 95ο τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὡστόσο, οἱ ἐν λόγω Ἱεροὶ Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τὸν τρόπο εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία τῶν μετανοημένων αἱρετικῶν καὶ δὲν ἀναφέρονται καθόλου στὸ «ἐκκλησιαστικὸ status» τῶν αἱρέσεων, οὔτε στὴ διαδικασία διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν αἵρεση. Οὔτε, ἀσφαλῶς, ὑπονοοῦν τὸ «ὑποστατὸν» τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, οὔτε ὅτι οἱ αἱρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε καὶ διεκήρυξε ἐκκλησιαστικότητα στὴν πλάνη καὶ στὴν αἵρεση. Ἡ «μερὶς τῶν σωζομένων», γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν οἱ ἐν λόγω Ἱεροὶ Κανόνες, βρίσκεται μόνο στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ὄχι στὴν αἵρεση.
Ἡ οἰκονομία, ποῦ εἰσηγοῦνται οἱ παραπάνω Κανόνες, δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ στοὺς Δυτικοὺς (Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες), γιατί στεροῦνται τὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις καὶ τὰ κριτήρια, ποῦ θέτουν οἱ συγκεκριμένοι Κανόνες. Καί, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει οἰκονομία στὴν δογματικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ Δυτικοὶ καλοῦνται νὰ ἀρνηθοῦν τὶς αἱρέσεις τους, νὰ τὶς ἀναθεματίσουν, νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς Θρησκευτικὲς Κοινότητές τους, νὰ κατηχηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν ἐν μετανοία τὴν διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἔνταξή τους στὴν Ἐκκλησία.
7) Τὸ ἴδιο, ὡς ἄνω, κείμενο πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται σὲ κακοδοξίες ἢ πλάνες, τὶς ὁποῖες νὰ προσδιορίζει συγκεκριμένα, ὡσὰν τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης νὰ μὴν δραστηριοποιεῖται πλέον σήμερα. Τὸ κείμενο δὲν ἐπισημαίνει καμμία αἵρεση καὶ καμμία διαστροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καὶ ζωῆς στὸν ἐκτός της Ὀρθοδοξίας εὑρισκόμενο χριστιανικὸ κόσμο. Ἀντίθετα, οἱ κακόδοξες καὶ αἱρετικὲς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικὲς διαφορὲς ἢ τυχὸν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τὶς ὁποῖες καλοῦνται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἡ ἑτεροδοξία νὰ «ὑπερβοῦν» (§ 11). Τὸ ζητούμενο γιὰ τοὺς συντάκτες εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», καὶ ὄχι ἡ ἑνότητα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ πρόσκληση σὲ μετάνοια καὶ σὲ ἄρνηση καὶ καταδίκη τῶν πλανῶν καὶ ἐτεροδιδασκαλιῶν, ποῦ παρεισέφρησαν στὴ ζωὴ τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν Κοινοτήτων.
8) Τὸ ὡς ἄνω κείμενο κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ λεγόμενο «Π.Σ.Ε.» (§§ 16-21) καὶ ἀποτιμᾶ θετικὰ τὴν συμβολή του στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση, ἐπισημαίνοντας τὴν πλήρη καὶ ἰσότιμη συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σ’ αὐτὴν καὶ τὴν συμβολὴ τοὺς «εἰς τὴν μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (§ 17). Ὡστόσο, ἡ εἰκόνα, ποῦ μᾶς δίδει τὸ κείμενο σχετικὰ μὲ τὸ «Π.Σ.Ε.», εἶναι ψευδὴς καὶ ἐπίπλαστη. Κατ’ ἀρχήν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἔνταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σ’ ἕναν ὀργανισμό, ποῦ ἐμφανίζεται ὡς ὑπερεκκλησία, καὶ ἡ συνύπαρξη καὶ συνεργασία της μὲ τὴν αἵρεση, συνιστᾶ παραβίαση τῆς κανονικῆς τάξεώς της καὶ ἀθέτηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας της. Ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ «Π.Σ.Ε.» εἶναι σαφῶς προτεσταντική. Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν ἔγινε μέχρι σήμερα δεκτὴ στὸ σύνολό της ἀπὸ τὶς προτεσταντικὲς αἱρέσεις τοῦ «Π.Σ.Ε.», ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν 70ετή ἱστορία του. Ὅλα δείχνουν ὅτι τὸ ἐπιδιωκόμενο στὸ «Π.Σ.Ε.» εἶναι ἡ ὁμογενοποίηση τῶν «ὁμολογιῶν»-μελῶν τοῦ μέσω ἑνὸς μακροχρονίου συμφυρμοῦ. Τὸ κείμενο ἀποκρύπτει τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τῶν μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων μὲ τὶς προτεσταντικὲς αἱρέσεις-μέλη τοῦ «Π.Σ.Ε.» καὶ τὸ ἀδιέξοδο, στὸ ὁποῖο αὐτοὶ ἔχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου, δὲν καταδικάζονται τὰ ἀπαράδεκτα ἀπὸ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως κοινὰ κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ «Π.Σ.Ε.», (π.χ. Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσᾶν κλπ.) καὶ ἐπιπλέον ἀποσιωπῶνται πλεῖστα ὅσα ἐκφυλιστικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα συναντοῦμε σ’ αὐτό, ὅπως «Λειτουργία τῆς Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακὲς συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτικὴ γλώσσα, ἀποδοχὴ τοῦ σοδομισμοῦ ἀπὸ πολλὲς αἱρέσεις κλπ.
9) Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν μονομερὴς καὶ πραξικοπηματικὴ ἐνέργεια, γιατί δὲν ἔγινε μὲ πανορθόδοξη ἀπόφαση. Διέσπασε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ προκάλεσε σχίσματα καὶ διαιρέσεις μεταξὺ τῶν πιστῶν. Στὴν ἀλλαγὴ συνήργησαν καὶ ὤθησαν ἑτερόδοξες «ὁμολογίες» καὶ μυστικὲς ἑταιρεῖες, μέσω τοῦ Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ἦταν προσμονὴ ὅλων καὶ δέσμευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος νὰ συζητήσει καὶ νὰ ἐπιλύσει τὸ θέμα. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν μακρὰ προσυνοδικὴ διαδικασία Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες ἔθεσαν στοὺς Ὀρθοδόξους νέο θέμα, τὸν «κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα», μὲ συνέπεια νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ ἀτονήσει ἡ συζήτηση γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ τραύματος τῆς λειτουργικῆς ἑνότητος στὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, ποῦ προκλήθηκε χωρὶς λόγο καὶ ποιμαντικὴ ἀνάγκη. Στὴν τελικὴ φάση τῆς Συνόδου καὶ χωρὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν θεμάτων, ἐνῶ ἦταν τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐπεῖγον καὶ φλέγον θέμα.
10) Ἡ ἱστορία τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων μᾶς βεβαιώνει ὅτι αὐτὲς συγκαλοῦνταν κάθε φορᾶ, ποῦ κάποια αἵρεση ἀπειλοῦσε τὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἔκφρασή της ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀντίθετα, ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος συγκαλεῖται, ὄχι γιὰ νὰ ὁριοθετήσει τὴν πίστη ἔναντί της αἱρέσεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ παράσχει θεσμικὴ ἀναγνώριση καὶ νομιμοποίηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν στηρίζεται στὴν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν ὑποβαθμίζει καὶ τὴν ὑποτιμᾶ, τὴν περιθωριοποιεῖ καὶ τὴν παραβλέπει. Ἡ συνολικὴ διαδικασία, ἡ προπαρασκευὴ καὶ ἡ θεματολογία τῆς Συνόδου εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιβολῆς μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ὀλιγαρχίας, ποῦ ἐκφράζει μιὰ ἀκαδημαϊκή, ἀποστεωμένη, ἄνευρη καὶ ἀπνευμάτιστη θεολογία, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἔσχατος κριτὴς τῆς ὀρθότητας καὶ τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν γρηγοροῦσα ἐκκλησιαστικὴ καὶ δογματική του συνείδηση, ἐπικυρώνει ἢ ἀπορρίπτει τὶς ἀποφάσεις τους. Ὅμως, στὴν μέλλουσα Σύνοδο ἀπουσιάζει παντελῶς αὐτὴ ἡ σημαντικὴ παράμετρος, ἐπειδὴ ἐκφράστηκε ἐπισήμως ὅτι φορέας τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεών της θὰ εἶναι ἡ Συνοδικότητα καὶ ὄχι τὸ Ὀρθόδοξο Πλήρωμα.
11) Μιὰ ἄλλη βασικὴ προϋπόθεση γνησιότητας τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» εἶναι ἡ ἀναγνώριση ὑπ’ αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῶν τῶν θεωρούμενων ὡς τοιούτων στὴ συνείδηση τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματός της Ἡ΄ (879-880) ἐπὶ ἱεροῦ Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ τῆς Θ΄ (1351) ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν, οἱ ὁποῖες ἔχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἔχουν καταδικάσει τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ. Ἀλλά, τέτοιο ἐνδεχόμενο δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴν θεματολογία καὶ τὰ προσυνοδικὰ κείμενα.
12) Ἡ ὀρθόδοξη νηστεία εἶναι τόσο ἑδραιωμένη στὴ συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων ποιμένων καὶ τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ, ὥστε δὲν χρειάζεται καμμία σύντμηση ἢ προσαρμογή. Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσουν περισσότερο ὀρθόδοξη παιδεία καὶ ἀσκητικὸ φρόνημα, γιὰ νὰ μπορέσουν, μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ τὸν ἀσύλληπτο πλοῦτο τῆς ἁγιοπατερικῆς γραμματείας, νὰ διδάξουν διακριτικὰ τὸ ποίμνιό τους. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἐφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς Οἰκουμένης τὴν οἰκονομία σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της. Εἶναι τόσα πολλὰ τὰ κείμενα περὶ νηστείας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, ποῦ ἀναλύουν τὶς παθοκτόνες καὶ σωτήριες παραμέτρους της, ὥστε δὲν ἀξίζει ὁ εὐτελισμός, ποῦ ὑφίσταται ἀπὸ τὴν μινιμαλιστικὴ νοοτροπία τῶν μεταπατερικῶν ἀνανεωτῶν, οἱ ὁποῖοι κόπτονται γιὰ τὸν σύγχρονο κόσμο. Ἂν ἡ μέλλουσα Σύνοδος ἐπιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ἡμερῶν τῆς νηστείας καὶ τροφῶν, θὰ μιμηθεῖ τὸν ὁλοκληρωτισμό, ποῦ χαρακτηρίζει τὸ Κανονικὸ Δίκαιο του Παπισμοῦ, τὸ ὁποῖο καθορίζει θεσμικὰ καὶ ἀσφυκτικὰ ἀκόμα καὶ τὴν οἰκονομία.
13) Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20ού αἰῶνος ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐκφυλλίζεται καὶ μεταλλάσσεται σὲ πανθρησκειακὸ ὅραμα. Οἱ ἀτελείωτες διαθρησκειακὲς συναντήσεις καὶ συμπροσευχὲς Ὀρθοδόξων μὲ ἡγέτες θρησκειῶν τοῦ κόσμου, (π.χ. Ἀσίζη), μαρτυροῦν ὅτι ἀπώτερος στόχος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ συνένωση τῶν θρησκειῶν σὲ ἕνα τερατῶδες σχῆμα, τὴν ἐφιαλτικὴ Πανθρησκεία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ ἐκμηδενίσει τὴ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ διαθρησκειακὴ συνεργασία μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες εἶναι ἀδύνατον νὰ δικαιωθεῖ, οὔτε νὰ θεμελιωθεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου εἶναι ξεκάθαρος: «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β΄ Κόρ. 6, 14).Ἐπίσης, τὸ ἰδανικό της εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, τὸ ὁποῖο κατὰ κόρον προβλήθηκε στοὺς Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους, καθίσταται ἀδύνατο, διότι ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. 15, 20), καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τίμ. 3, 14). Οἱ μετέχοντες στοὺς μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους δὲν μπόρεσαν, δυστυχῶς, νὰ μεταφέρουν ἀνόθευτη τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ προσελκύσουν ἔστω καὶ ἕναν ἀλλόθρησκο στὴν Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα, μάλιστα ἔφθασαν στὸ ἀξιοθρήνητο κατάντημα νὰ παρασυρθοῦν σὲ πλάνες καὶ αἱρέσεις καὶ νὰ διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντας τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρασύροντας στὴν πλάνη τοὺς ἀσθενεῖς στὴν πίστη καὶ προκαλώντας ἔτσι μεγίστη πνευματικὴ φθορὰ καὶ διάβρωση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος. Παρὰ τὴν πληθώρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ὁ ἰσλαμικὸς φανατισμός, ὄχι μόνο δὲν καταστέλλεται, ἀλλὰ γιγαντώνεται ὅλο καὶ περισσότερο.
14) Οἱ ἀγῶνες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνέουν καὶ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν διαφύλαξη τῆς πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Ἀπόπειρα νοθεύσεως τῆς μωσαϊκῆς θρησκείας παρατηροῦμε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου, στὴν ἀρχὴ χαναανϊτικὰ καὶ ἀργότερα βαβυλωνιακὰ καὶ αἰγυπτιακὰ στοιχεῖα ἀπειλοῦσαν νὰ νοθεύσουν τὴν πίστη στὸν Ἕνα Θεό. Μεγάλοι ἄνδρες, (Προφῆτες, βασιλεῖς, πολιτικοὶ ἄρχοντες, κλπ.) ἀγωνίστηκαν μὲ σθένος γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς καθαρῆς μωσαϊκῆς θρησκείας. Ἰδιαιτέρως ἀγωνίστηκαν κατὰ τῶν διαφόρων ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφαίνονταν κατὰ καιρούς.
Συνοψίζοντας τὰ παραπάνω, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» δὲν θὰ εἶναι οὔτε Μεγάλη, οὔτε Ἁγία, διότι, μὲ βάση τὰ μέχρι σήμερα δεδομένα, δὲν προκύπτει ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι θὰ λειτουργήσει ὄντως ὡς γνήσια συνέχεια τῶν ἀρχαίων μεγάλων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι διατυπωμένα τὰ δογματικοῦ χαρακτῆρος προσυνοδικὰ κείμενα, δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας, ὅτι ἡ ἐν λόγω Σύνοδος ἀποσκοπεῖ νὰ προσδώσει ἐκκλησιαστικότητα στοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ διευρύνει τὰ κανονικὰ καὶ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὡστόσο, καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δὲν μπορεῖ νὰ ὁριοθετήσει διαφορετικὰ τὴν μέχρι σήμερα ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπάρχουν, ἐπίσης, ἐνδείξεις ὅτι ἡ ἐν λόγω Σύνοδος θὰ προχωρήσει σὲ καταδίκη τῶν συγχρόνων αἱρέσεων καὶ πρωτίστως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀντίθετα μάλιστα ὅλα δείχνουν ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» ἐπιχειρεῖ νὰ τὴν νομιμοποιήσει καὶ νὰ τὴν ἑδραιώσει. Ὡστόσο, οἱ ὅποιες ἀποφάσεις της μὲ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα, εἴμαστε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ γίνουν δεκτὲς ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ κλῆρο καὶ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἴδια θὰ καταγραφεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ὡς ψευδοσύνοδος.
 
Μακαριώτατε,
Ἡ μέλλουσα «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», ἂν πραγματικὰ θέλει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος, θὰ πρέπει νὰ λάβει, κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη, τὶς ἑξῆς καίριες ἀποφάσεις:
α) Νὰ ἐπικυρώσει τὶς ἀποφάσεις ὅλων προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, (Α΄ ἕως καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικές), δηλαδὴ τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων  Πατέρων  θεσπισθέντες δογματικοὺς  ὅρους  καὶ Ἱεροὺς  Κανόνες.
β) Νὰ ἀναγνωρίσει τὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τους Ὀρθοδόξους δύο συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὴν Η΄ ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, τὸ 879, καὶ τὴν Θ΄ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Χάριτος αἵρεση, ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση.
γ) Νὰ καταδικάσει τὴν συγκρητιστικὴ παναιρέση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
δ) Νὰ καταδικάσει τὴν παρουσία καὶ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.).
ε) Νὰ τερματίσει  τοὺς Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους καὶ τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τὶς προετεσταντικὲς ὁμολογίες τοῦ Π.Σ.Ε. καὶ τοὺς Μονοφυσίτες.
στ) Νὰ καταδικάσει τὴν μεταπατερικὴ καὶ ἀντιπατερικὴ «νέα ἐκκλησιολογία», ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τὰ χαρισματικά, δογματικὰ καὶ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
ζ) Νὰ ἐκλέξει, νὰ χειροτονήσει καὶ νὰ ἐνθρονίσει στὸ πάλαι ποτὲ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, μὴ ἀναγνωρίζοντας καὶ ἐκθρονίζοντας τὸν σημερινὸ καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καὶ αἱρεσιάρχη κ. Φραγκίσκο. Ἔτσι, θὰ λυθοῦν τὰ θέματα τοῦ Παπισμοῦ, τῆς Οὐνίας καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.  
η) Νὰ δημιουργήσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, λύνοντας τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς, καὶ
θ) Νὰ ἀκολουθήσει τὴν Πατερικὴ ὁδὸ μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, μὲ τὴν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σὲ 17 γλῶσσες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, θὰ κονιορτοποιήσει τὶς αἱρέσεις μὲ παγκόσμιο λόγο καὶ πατερικὴ παρρησία, θὰ δοξάσει τὸν Θεὸ καὶ θὰ διασφαλίσει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. 
Τὰ κείμενα τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ξαναγραφοῦν ἀπ’ τὴν ἀρχή, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Δὲν ἀρκεῖ νὰ συγκληθεῖ μιὰ Σύνοδος μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ στὸν κόσμο ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἑνωμένοι. Ἑνωμένοι σὲ τί; Ἡ ἕνωση γίνεται μόνο βάσει τῆς Ἀληθείας. Ἡ ἑνότητα εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική Του προσευχή: «ἴνα ὦσιν ἓν καθὼς ἠμεῖς… ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τὴ ἀληθεία σου… ἴνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἠγιασμένοι ἐν ἀληθεία»(Ιω.17,11,17,19). Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στὴν ἀκέραιη καὶ ἀβλαβῆ διαφύλαξη τῶν διδασκαλιῶν τῆς ὀρθῆς πίστεως, τὴν ὁποία μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Διηρημένοι καὶ ἀποσχισμένοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ποῦ φρονοῦν διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνόμασαν «Καθολικὴ» τὴν Ἐκκλησία Του, ἐπειδὴ μόνο αὐτὴ διατηρεῖ στὴν πληρότητά της τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ κατανοηθεῖ ὅτι δὲν ἐπιχειρεῖται νὰ ἀλλάξει οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ τάξη τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ τάξη τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, ὅμως παραχαράσεται καὶ στρεβλώνεται τὸ πιὸ νευραλγικὸ σημεῖο, δηλαδὴ ἡ ἐκκλησιολογικὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
 
Μακαριώτατε,
Σᾶς ἀπηύθυνα τὶς παρὰ πάνω σκέψεις, οἱ ὁποῖες μᾶς ἀπασχολοῦν, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν ἀφορμὴ ἑνὸς γόνιμου προβληματισμοῦ καὶ ἐνδεχομένως διαλόγου ἠμῶν μετὰ τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος. Προβληματισμοῦ, ἀλλὰ καὶ συνειδητοποιήσεως τῶν μεγίστων εὐθυνῶν ἠμῶν τῶν ἐπισκόπων ἐνώπιον του ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ διὰ τὴν διαφύλαξιν ἀνοθεύτου τῆς ἀμωμήτου ἠμῶν Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὑποβάλοντες ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου Λαοῦ τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ἀπείρους υἱϊκᾶς προσρήσεις καὶ εὐγνώμονας εὐχαριστίας καὶ κατασπαζόμενοι τὴν Ὑμετέραν Σεπτὴν Δεξιὰν ἑξαιτούμεθα τὰς Ὑμετέρας Σεπτᾶς θεοπειθεῖς πατρικᾶς  εὐχᾶς καὶ εὐλογίας.
Ο   Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ


[1]  Ἡ ἀναφερθεῖσα ἀσάφεια τοῦ κειμένου δύναται νὰ ἑρμηνευτεῖ εὔκολα μέσα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἰησουίτη θεολόγου Karl Rahner, μέντορα τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου καὶ τοῦ Yves Congar. Ὁρισμένες ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις τοὺς υἱοθετεῖ καὶ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζιζιούλας,  ὅπως τὴν «θεωρία τῶν ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁρισμένες ἐκκλησίες βρίσκονται πιὸ κοντά, ἐνῶ ἄλλες πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν πλήρη Ἐκκλησία. Στὴν περίπτωση τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, ὁ Παπισμὸς εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας)  εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Τὸ συμπέρασμα, ποῦ προκύπτει, βάσει τῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς μελέτης τῶν θεολογικῶν κειμένων, σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴν πρωτοφανῆ ἐκκλησιολογία, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς θεολογικὲς ἀπόψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου Ζιζιούλα, καὶ τὴν ἀνάλυση τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένων τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ) εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες.  Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀντίληψη μᾶς παραπέμπει σὲ μιὰ βατικανοποίηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγει συνοδικῶς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὡς ἐπὶ κεφαλῆς  αὐτῆς τῆς κίνησης, στὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Οἱ θεωρίες τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», τῶν «δύο πνευμόνων τῆς Ἐκκλησίας» (Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός), τῶν «κλάδων», τῆς «μεταπατερικῆς καὶ μετακανονικῆς θεολογίας», τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ θεωρία ὅτι ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει ὅλες τὶς ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες ἀποσχίστηκαν ἀπὸ αὐτήν, ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων μὲ τοὺς ἑτερόδοξους κ.α. ἀποτελοῦν ἐκφράσεις καὶ μορφὲς τῆς νέας ἐκλησιολογίας, τῆς νέας μεταπατερικῆς ἢ καλύτερα ἀντιπατερικῆς ἐκκλησιολογίας. Σύμφωνα μὲ τὴν θεωρία «τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας», ὅποιος βαπτίζεται στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως πίστεως, δόγματος καὶ ὁμολογίας. Ὅμως, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ἀναγνώρισαν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, παρὰ μόνον κατ’ οἰκονομίαν τοὺς δέχονταν, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἀπαρνοῦνται τὴν αἵρεση καὶ ἐπιστρέφουν στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἐφόσον διατηροῦσαν τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὶς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις. Σύμφωνα μὲ τοῦ Ἱεροὺς  Κανόνες 7 τῆς Β΄ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου: «Τοὺς προστιθεμένους τὴ ὀρθοδοξία, καὶ τὴ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν τὲ καὶ συνήθειαν», καὶ πιὸ κάτω, «πάντας τοὺς ἂπ  αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τὴ ὀρθοδοξία». Ἡ οἰκονομία δὲν δύναται ποτὲ νὰ μετατραπεῖ σὲ κανόνα πίστεως ἢ σὲ δόγμα. Τὸ κείμενο αὐτὸ τῆς Συνόδου εἶναι κατ’ἐξοχὴν δογματικό, ὅμως εἶναι ἀντορθόδοξο, ἐπειδὴ ἐπιτρέπει ἐντελῶς λανθασμένες ἑρμηνεῖες, οἱ ὁποῖες ἐνθαρρύνουν τὶς ἑτερόδοξες ἀντιλήψεις, πράγμα ποῦ σημαίνει ἀλλοίωση τῆς ἀποκαλυφθείσας Ἀληθείας τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Παραχάραξη τῶν θείων Γραφῶν γιά ἀμνήστευση τῆς ὁμοφυλοφιλίας στό βιβλίο « Ἕλξη καί πάθος».Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος




Παραχάραξη τῶν θείων Γραφῶν
γιά ἀμνήστευση τῆς ὁμοφυλοφιλίας
στό βιβλίο « Ἕλξη καί πάθος».
Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Φωτόπουλος
 
Οὐαί οἱ τιθέντες τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τό πικρόν γλυκύ καί τό γλυκύ πικρόν. Οὐαί οἱ συνετοί ἐν ἑαυτοῖς καί ἐνώπιον ἑαυτῶν ἐπιστήμονες.
(Ἡσαΐας, 5, 20-21)
 
     Ὁ π. Βασ. Θερμός βάλθηκε μέσα ἀπό τό βιβλίο του «Ἕλξη καί πάθος» νά «κατηχήσει» τούς ἀναγνῶστες του στήν ἀμφισβήτηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, προβάλλοντας ἑρμηνεῖες ἀπό τό φιλικό του «ἑπιστημονικό» περιβάλλον.   Ἀθετώντας τήν ἑρμηνεία καί διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων  φθάνει στήν στρέβλωση τῶν νοημάτων καί σ΄αὐτή τήν ἀμφισβήτηση τῶν ἁγίων Γραφῶν.  Στήν ἑνότητα πού ἀκολουθεῖ  ἀσχολούμεθα  ὄχι μέ τήν ἁγιογραφική  ἑρμηνεία τῶν ἁγίων Πατέρων- θά τό κάνουμε ἀργότερα -   ἀλλά μέ τήν φιλελεύθερη ἑρμηνευτική τῶν προτεσταντῶν πού οἰκειοποιεῖται ὁ π. Βασίλειος. Θά προσπαθήσουμε  ἀπό αὐτό τό ἴδιο κείμενο τῶν ἁγίων Γραφῶν νά ἀναιρέσουμε τίς ἐσφαλμένες θέσεις του.

Α) Δέν ἦταν ἡ ὁμοφυλοφιλία αἲτία τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδόμων, ἰσχυρίζεται ὁ π. Βασ. Θερμός!

Γιά νά εἴμαστε δίκαιοι μέ τήν φιλελεύθερη ἑρμηνευτική, θά πρέπει νά παραδεχθοῦμε ὅτι στό σύνολό της ἡ Ἁγία Γραφή δέν στηρίζει αὐτή τήν αὐτονόητη θεωρούμενη σήμερα ὡς παγκόσμιο στερεότυπο, συνειρμική σύνδεση τῶν Σοδόμων μέ τήν ὁμοφυλοφιλία!   (Β. Θερμός, Ἕλξη καί πάθος, σ. 358)
Μέ ἁπλᾶ λόγια ὁ π. Βασίλειος ἰσχυρίζεται μέ τά παραπάνω ὅτι μέσα ἀπό τό ἱερό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέ προκύπτει αὐτό πού φρονεῖ ἡ Ἐκκλησία (αὐτό τό λέμε τώρα «στερεότυπο»!) δηλ. ὅτι ἡ καταστροφή τῶν Σοδόμων μέ φωτιά καί θειάφι σχετίζονται μέ τήν ὁμοφυλοφιλία τῶν Σοδομιτῶν!   Ἀγωνίζεται δέ ὁ π. Β. μέ ὑπερβολικό ἄγχος νά ἀποδείξει ὅτι ἡ καταστροφή αὐτή ὀφείλεται στήν ἀφιλόξενη διάθεση καί γενικῶς σέ ἄλλες ἁμαρτίες τῶν κατοίκων τῆς πόλεως τῶν Σοδόμων.

  α) Παλαιά Διαθήκη 

  Ι) Ἡ ὁμοφυλοφιλία τελική κορύφωση τῆς ὑπερηφάνειας.

Ὁ π. Βασίλειος χρησιμοποιεῖ χωρία τῆς Π.Δ. γιά νά ἀποδείξει τούς ἰσχυρισμούς του :
-            Ἀπό τή Σοφία Σολομῶντος παραθέτει χωρίο (Σοφ. Σολ. 19, 13-14) πού συγκρίνει τήν  ἀφιλοξενία τῶν Αἰγυπτίων ἔναντι τῶν Ἑβραίων μέ τήν ἀφιλοξενία  τῶν Σοδομιτῶν ἔναντι τῶν Ἀγγέλων. Ἐπειδή δέν γίνεται λόγος στό συγκεκριμένο χωρίο γιά τή βδελυρή μανία τῶν Σοδομιτῶν μήπως αὐτό σημαίνει πώς γιά τή Ἁγία Γραφή ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι ἄσχετη μέ τούς σοδομῖτες καί τήν καταστροφή τους;
-           Ἄλλο χωρίο : «( ὁ Κύριος) δέν γλύτωσε τούς συμπολίτες τοῦ Λώτ πού τούς βδελύχθηκε γιά τήν ὑπερηφάνειά τους»(Σοφ. Σειράχ 16, 8).  Τονίζοντας ὁ σοφός Σειράχ τή ρίζα ὅλων τῶν παθῶν τήν ὑπερηφάνεια, σημαίνει ὅτι δέν τήν σχετίζει μέ τή μανία τῆς ὁμοφυλοφιλίας; Ἀντιθέτως!  Στό ἑπόμενο χωρίο(16, 9) διαβάζουμε : «οὐκ ἠλέησεν ἔθνος ἀπωλείας τούς ἐξηρμένους ἐν ἁμαρτίαις αὐτῶν» δηλ. δέν ἐλέησε τό ἔθνος αὐτό τῆς ἀπώλειας πού ὑπερηφανεύονταν γιά τίς ἁμαρτίες τους». Καί βέβαια, ἡ ἀσχημοσύνη τῆς ὁμοφυλοφιλίας εἶναι, ἀπ΄ὅσες ἁμαρτίες τῶν Σοδομιτῶν γνωρίζουμε,  ἡ κατ΄εξοχήν ἁμαρτία τους πού μέ τόση ὑπερηφάνεια, μανία, ἐπιμονή καί ἀναίδεια διέπρατταν.
-             Ἄλλο χωρίο πού παραθέτει ὁ π. Βασίλειος: «Οἱ πόλεις αὐτές ἁμάρτησαν ὅταν περηφανεύτηκαν...καί ζοῦσαν μέ περιττή πολυτέλεια, καί δέν βοήθησαν τούς φτωχούς...Περηφανεύτηκαν κι ἔκαναν πράξεις βδελυρές.  Ὅταν τά εἶδα αὐτά τίς έξαφάνισα» (Ἰεζ, 16, 49-50).  Ὅσα  λέει ἐδῶ ὁ Κύριος στόν προφήτη Ἰεζεκιήλ δέν εἶναι παρά μιά σαφέστερη ἐξήγηση τοῦ προηγουμένου χωρίου.  Οἱ Σοδομίτες περηφανεύτηκαν «κι ἔκαναν πράξεις βδελυρές».  Χρειάζεται νά ποῦμε ὅτι αὐτές οἱ βδελυρές πράξεις εἶναι ἡ ὁμοφυλοφιλική μανία; Καί μετά; Ὅταν τά εἶδε ὁ Κύριος ἐξαφάνισε τίς πόλεις αὐτές. Καί ξέρουμε μέ ποιό φοβερό τρόπο!
 Μήπως κανείς ὅταν ἀγωνιᾶ νά δείξει τό πικρό γλυκύ καί τό σκότος φῶς  σκοτίζεται ὁ νοῦς του ;  Λέει ὁ Χριστός μας : «Ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει» (Ἰω. 12, 35)
-           Χρησιμοποιεῖ ὁ π. Βασίλειος καί δύο χωρία (Ἡσ. 1, 11-15 καί Ἱερ, 23, 14)  στά ὁποῖα ὁ Ἰσραηλιτικός λαός, λόγω τῆς ἀποστασίας του παρομοιάζεται ἀπό τούς προφῆτες, πού μετέρχονται ἕνα σχῆμα ὑπερβολῆς, μέ τά Σοδομα καί τά Γόμορρα.  Καί βέβαια ἀπό χωρία μέ ἀλληγορικό περιεχόμενο δέν μποροῦμε νά ἐξάγουμε συμπεράσματα γιά τίς ἁμαρτίες καί τήν καταστροφή τῶν Σοδόμων, ἀφοῦ οἱ Ἑβραῖοι, παρά τίς ἁμαρτίες τους, δέν χαρακτηρίζονταν γιά ὁμοφυλόφιλες πράξεις.
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ  τό  Σοφον. 2, 9-10, ὅπου, μέ τά  Σόδομα καί τά Γόμμορα, παρομοιάζονται οἱ Μωαβίτες καί οἱ Ἀμμωνίτες.
Τέλος τό χωρίο Γ’ Μακκ. 2, 5. πού παραθέτει ὁ π. Βασίλειος δέν ἔχει γενικόλογο χαρακτήρα, ὅπως ἰσχυρίζεται, ἀλλά εἶναι φωτιά καί θειάφι γιά ὅσους ἐπιβουλεύονται τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Παραθέτω τό κείμενο : σύ τούς ὑπερηφανίαν ἐργαζομένους Σοδομίτας, διαδήλους ταῖς κακίαις γενομένους, πυρί καί θείῳ κατέφλεξας, παράδειγμα ἐπιγενομένοις καταστήσας.  Μετάφραση (ὅπως τήν χρησιμοποιεῖ ὁ π. Θερμός) : «Ἐσύ Κύριε,  κατέκαψες μέ φωτιά καί θειάφι τούς κατοίκους τῶν Σοδόμων καί τούς ἔκανες παράδειγμα γιά τούς μεταγενεστέρους γιατί συμπεριφέρονταν μέ ἀσέβεια(ὑπερηφάνεια λέγει τό κείμενο τῶν Ἑβδομήκοντα) καί εἶχαν γίνει διαβόητοι γιά τή διαφθορά τους» .  Γιατί ἄραγε εἶχαν γίνει διάβοητοι; Σέ τί συνίστατο ἡ διαφθορά τους πού ἔκανε τούς πάντες νά τούς ἀποστρέφονται; Μήπως γιατί ἦσαν ἀφιλόξενοι; Ἀστεῖο καί νά τό σκεφτεῖ κανείς.  Ἡ ὁμοφυλοφιλία, τό βδελυρό ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερηφάνειας, τούς εἶχε κάνει διάσημους!   Μήπως σᾶς θυμίζει κάτι σήμερα;  Gay pride, παρελάσεις ὁμοφυλόφιλης ὑπερηφάνειας!
  Ἕνα συμπέρασμα : Ἡ τρυφηλή ζωή καί ἡ σκληρότητα τῶν Σοδομιτῶν συνδυαζόμενα μέ τήν ὑπερηφάνεια κορυφώνονταν στήν ἀποτρόπαια σοδομιτική-ὁμοφυλοφιλική ἁμαρτία.  Αὐτή ἡ κορύφωση δέν ἔγινε ἀνεκτή ἀπό τόν Θεό.
ΙΙ)  Ἡ ἴδια ἡ διήγηση βεβαιώνει ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία ἦταν ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδόμων.
            Βέβαια  ἡ ἴδια ἡ συνέχεια, ἡ ροή τῆς διηγήσεως ἀπό τή Γένεση (Γεν. 18, 20 -  19, 29) πού ἀναφέρεται στούς Σοδομίτες, πείθει ὅτι ἡ καταστροφή τῶν Σοδόμων ὀφείλεται στό πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Ἄς δοῦμε ἀπό κοντά τή διήγηση : Ὁ Λώτ φιλοξένησε στό σπίτι του δύο νέους μή γνωρίζοντας ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἀγγέλους.  Ἀφοῦ τούς παρέθεσε δεῖπνο, πρίν κοιμηθοῦν «ὅλοι οἱ Σοδομῖτες ἄνδρες τῆς πόλεως ἀπό τόν πιό νέο ὡς τόν γεροντότερο περικύκλωσαν τό σπίτι του Λώτ καί  τοῦ φώναζαν: ʺΠοῦ εἶναι οἱ ἄνδρες πού μπῆκαν στό σπίτι σου τή νύχτα; Βγάλε τους ἔξω γιά νά βρεθοῦμε ἐρωτικά μαζί τουςʺ.  Ὁ Λώτ βγῆκε στό πλατύσκαλο, ἔκλεισε πίσω του τήν πόρτα καί τούς λέει: 
ʺἈδελφοί μου, μή κάνετε τέτοιο πονηρό πράγμα.  Ἔχω δύο θυγατέρες πού δέν γνώρισαν ἄνδρα. Θά τίς φέρω ἔξω κι ἐσεῖς κάνετε ὅ,τι σᾶς ἀρέσει μαζί τους.  Μόνο μήν κάνετε κακό σ΄αὐτούς τούς ἄνδρες πού μπῆκαν κάτω ἀπό τή σκέπη τοῦ σπιτιοῦ μουʺ. Τοῦ λένε ἐκεῖνοι : ʺ Φύγε ἀπό κεῖ.  Ἦρθες ἐδῶ ξένος καί θέλεις νά μᾶς κάνεις τόν κριτή; Τώρα θά πάθεις χειρότερα ἀπ΄αὐτούςʺ.  Ἄρχισαν λοιπόν νά κακομεταχειρίζονται τόν Λώτ καί πλησίασαν γιά νά σπάσουν τήν πόρτα.    Τότε οἱ ἄνδρες [οἱ Ἄγγελοι] ἅπλωσαν τά χέρια τους, τράβηξαν μέσα στό σπίτι τόν Λώτ κι ἔκλεισαν τήν πόρτα.  Κι αὐτούς πού ἦσαν ἔξω ἀπό τήν πόρτα, ὅλους μικρούς καί μεγάλους τούς ἔπληξαν μέ τύφλωση ὥστε ἀπόκαμαν ψάχνοντας νά βροῦν τήν πόρτα. Εἶπαν δέ οἱ ἄγγελοι στόν Λώτ : ʺἜχεις ἐδῶ γαμπρούς, γιούς ἤ θυγατέρες; Ἤ μήπως ὑπάρχει κάποιος ἄλλος δικός σου στήν πόλη;  Βγάλε τους ἔξω ἀπ΄ αὐτόν τόν τόπο. Θά τόν καταστρέψουμε γιατί ἡ κατακραυγή ἐναντίον τους ὑψώθηκε πρός τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλε νά καταστρέψουμε τελείως αὐτή τήν πόλη».
Τούς ἀγγέλους τελικά ἀκολούθησαν ὁ Λώτ, ἡ σύζυγός του καί οἱ δύο θυγατέρες του. Κρατώντας  τους οἱ ἄγγελοι ἀπό τό χέρι τούς ὁδήγησαν μακριά ἀπό τήν πόλη.  Μόλις ἔφθασαν στή Σηγώρ ὁ «Κύριος ἔβρεξε στά Σόδομα καί τά Γόμμορα θειάφι καί φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κατέστρεψε ἐκεῖνες τίς πόλεις, τίς περιοχές γύρω ἀπό αὐτές καί ὅσους κατοικοῦσαν ἐκεῖ καί ὅλα ὅσα φύτρωναν στή γῆ ἐκείνη».
Ἀπό μόνη της ἡ διήγηση μᾶς δείχνει ὅτι ἀμέσως μετά τήν ἀναίσχυντη προσπάθεια τῶν Σοδομιτῶν νά συνευρεθοῦν μέ τούς ἀγγέλους  ἀκολούθησε ἡ τιμωρητική καταστροφή τῆς πόλεώς τους καί τῶν ἄλλων πόλεων πού ἔπασχαν ἀπό τή σοδομιτική μανία. Γιά νά καταλήξει κάποιος σέ ἄλλο συμπέρασμα, πρέπει νά διακόψει βίαια τό εἱρμό τῆς διηγήσεως στό σημεῖο πού οἱ ἄγγελοι  σύρουν μέσα τόν Λώτ καί τυφλώνουν τούς Σοδομίτες, νά δεῖ τή συνέχεια τῆς διηγήσεως ὡςμή  συνέχεια, καί νά ἀρχίσει νά διερωτᾶται, ποιά ἦταν ἡ αἰτία πού ἔπεσε φωτιά καί θειάφι στά Σοδομα. Καί τέλος νά πεῖ : « Ἄ, κατάλαβα!  Τούς ἔκαψε ὁ Θεός γιατί ἦσαν ἀφιλόξενοι». Ἄτοπο, ἀδύνατο καί ἀνόητο εἶναι νά σκεφθεῖ κάποιος ἔτσι.
Ἀρκετά ὡς ἐδῶ.  Θά ἐπανέλθουμε σέ ἄλλο κείμενό μας μέ μαρτυρίες τῆς Κ. Διαθήκης ...


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟ
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com


Read more: http://www.egolpion.com/D4FE69EB.el.aspx#ixzz49eOk2VqM