Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια

φώτο: Μικρή προτομή του Μ. Κωνσταντίνου από χαλκηδόνιο λίθο, των αρχών του 4ου αιώνα. 
Διακρίνεται στο θώρακα το σύμβολο του Σταυρού. (Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη)

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια
Του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. Κοσμήτορα 
της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών*

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός ξεσκεπάζει μια Δυτικόφερτη συνωμοσία των αρχαίων Παγανιστών, την οποία συνεχίζουν να συντηρούν σε συνεργασία Νεοπαγανιστές και Προτεστάντες!
Πηγή κειμένου ΟΟΔΕ: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία: 
Επιμέλεια - υπογραμμίσεις: Σοφία Ντρέκου

«Η εορτή του αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του, της αγίας Ελένης, που είχαμε πριν από δύο μέρες, επικαιροποιεί το θέμα το οποίον εξαγγείλατε προηγουμένως.

Η σωστή χρήση των πηγών

Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται.

Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον.

Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης.

Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».

Επαναλαμβάνω λοιπόν, ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.

Οι πηγές

Μιλώντας για τον Μέγα Κωνσταντίνο, ποιες είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες; Ο σύγχρονος ιστορικός, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι ο ιστορικός Ευσέβιος, ο οποίος συνεδέετο με φιλικούς δεσμούς με τον Μέγα Κωνσταντίνο και γι’ αυτό το λόγο και οι δικές του πληροφορίες πρέπει να κρίνονται και να διασταυρώνονται με άλλες πηγές. Αν δεν μπορούν να διασταυρωθούν παραμένουν ως μαρτυρίες αλλά που δε μπορεί να τις επικαλείται κανείς και να υποστηρίξει αυτό το οποίον θέλει.

Ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, φίλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, ήταν ο Λακτάντιος. «Περί του θανάτου των διωκτών», του Χριστιανισμού προφανώς, έχει γράψει. Είναι όμως και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ο οποίος εις τα έπη του ασχολείται με τις δύο Ρώμες, την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη. Θεωρεί την δευτέρα, Νέα Ρώμη, ως σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως, θα επανέλθω σ’ αυτό. Αυτές είναι οι ασφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.

Ζώσιμος

Από την άλλη πλευρά, πηγή που περιέχει όποιο αρνητικό στοιχείο επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, είναι ο ειδωλολάτρης, ο εθνικός και φανατικός μάλιστα ειδωλολάτρης ιστορικός, ο Ζώσιμος. 425 περίπου με 518. Γράφει δηλαδή ένα, ενάμιση αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Ευσέβιος όπως είπαμε είναι ο πατέρας της Εκκλησιαστικής ιστορίας και κοιμάται, αποθνήσκει, περί το 339, 340. Το 337 πεθαίνει ο Μέγας Κωνσταντίνος, άρα είναι σύγχρονος. ΟZώσιμος ήταν φανατικός οπαδός της αρχαίας θρησκείας και έγραψε το έργο «Ιστορία Νέα» που αρχίζει από τον Αύγουστο και τελειώνει το 410, σε έξι βιβλία. Οι πηγές του είναι παγανιστικές. Οι πληροφορίες τις οποίες δίδει δεν διασταυρώνονται. Αλλά εκείνοι που θέλουν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αντλούν συνεχώς από αναπόδεικτα στοιχεία τα οποία παραδίδει ο Ζώσιμος. Βλέπετε πως προσπαθώ να μείνω αντικειμενικός, δεν είναι αν εμάς μας ενδιαφέρει ο Κωνσταντίνος να φανεί καλός ή κακός. Το πρόβλημα στην έρευνα είναι τι λέγουν οι πηγές. Επομένως, και ο Ευσέβιος σε πολλά σημεία πρέπει να δεχθεί αυτή τη διασταύρωση για το έγκυρο των πληροφοριών του, αλλά πολύ περισσότερο ο Ζώσιμος που είναι και μεταγενέστερος. Είναι απορριπτικός έναντι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και είναι συγχρόνως λιβελογράφος.

Η επιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ότι ο Ζώσιμος πραγματικά δεν υπήρξε ιστορικός επιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, είναι ηθικολόγος περισσότερο παρά επιστήμων. Υπάρχει ένα καταπληκτικό άρθρο, του Ντίντλεϋ, σε ένα περίφημο γερμανικό περιοδικό του 1972. Όπως επίσης ένα σπουδαίο άρθρο, που έχει τον Ντίντλεϋ υπόψιν, εις το παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Τσακανίκα. Ο φανατισμός του Ζωσίμου και η λιβελογραφική επίθεση εναντίον του Κωνσταντίνου, φαίνεται στο ότι του αποδίδει την παρακμή της αρχαίας θρησκείας και της αυτοκρατορίας σε στιγμή όπου στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία, της Ρώμης, αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και τη μεγαλύτερη ενότητα και αίγλη. Εντελώς διαφορετικά δηλαδή είναι τα πράγματα απ’ ό,τι τα παρουσιάζει ο Ζώσιμος.

Σημασία έχει ότι άκριτα αναπαράγονται από τους μεταγενεστέρους, και μάλιστα από τους συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ή νεοειδωλολάτρες, οι απόψεις του Ζωσίμου. Σκόπιμα για να στιγματιστεί και απορριφθεί ο Μέγας Κωνσταντίνος και το έργο του. Να σπιλωθεί και να υποτιμηθεί το πρόσωπό του. Η κορύφωση είναι η ύπουλη πραγματικά και αδίωκτη, ακαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τι να κάνεις, που να προσφύγεις σε ποια δικαιοσύνη σ’ αυτό το χώρο, είναι τα όσα δημοσιεύονται, ανώνυμα τις περισσότερες φορές. Πόσες φορές μου στέλνουν κείμενα, από το ίντερνετ, άλλοι με επαινούν αλλά οι περισσότεροι, κυρίως οι νεοειδωλολάτρες, με κατηγορούν και μου αποδίδουν απόψεις που ποτέ δεν τις σκέφτηκα.

Άλλοι το κάνουν ίσως για να αποκτήσουν κύρος, να μην τους αδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στην έρευνα, σου λέει το λέει και ο Μεταλληνός. Κι αυτό είναι τιμή μου. Αλλά δε με τιμά το ότι μου αποδίδουν απόψεις που δεν τις γνωρίζω εγώ ο ίδιος. Δε θέλω τώρα να φέρω… έτσι δουλεύει και ο… θα πω το όνομα διότι είναι δημόσια πράγματα, ο κύριος Γεωργαλάς, ο παλαιός συνεργάτης του Παπαδοπούλου, είναι ανέντιμο διότι αποδίδει σε κάποιο βιβλίο ανθελληνικές θέσεις τις οποίες ποτέ δε σκέφτηκα. … (απάντηση σε ακροατή: Ο Γεωργαλάς… ζει… και να ’ναι καλά ο άνθρωπος και να ζήσει και να μετανοήσει πριν φύγει από τον κόσμο για τα ψέματα τα οποία λέει.) Μένει όμως το κείμενο και το παίρνουν φοιτητές. Αυτό γίνεται γενικά και με τον Ζώσιμο. Ο Βολταίρος επί παραδείγματι, τοποθετείται αρνητικά απέναντι στον Κωνσταντίνο. Ο Γίββων τοποθετείται αρνητικά και θα το δούμε αυτό στη συνέχεια. Αμέσως τώρα, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι διαχρονικά και συγχρονικά στην εποχή μας, κατηγορούν και απορρίπτουν τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, τον 19ο αιώνα, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει να ανανεωθούν σήμερα, αλλά βασικά το έργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, το λέγω γι’ αυτούς που ίσως δεν το γνωρίζουν, ο Παπαρηγόπουλος έχει ένα προσόν: δε στοχάζεται κυρίως αλλά ακολουθεί τις ιστορικές πηγές. Το έργο του είναι ανάπτυξη των ιστορικών πηγών. Άρα και να μη βρει κανείς όλες τις πηγές, μπορεί πιστότατα να τις μελετήσει όπως αποδίδονται από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν. Πρώτη ομάδα, που εμίσησε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρόμαχο του νέου θρησκεύματος, είναι οι του αρχαίου θρησκεύματος οπαδοί. Οι ειδωλολάτρες της εποχής, όπως ο Ζώσιμος. Ο Ζώσιμος του αποδίδει όλες τις συμφορές, κατά τον Ζώσιμο, συμφορές του κράτους. Και σήμερα λοιπόν αποδίδονται στον Κωνσταντίνο, αναπόδεικτα, όλα αυτά τα οπαία επικαλείται ο Ζώσιμος και οι νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον έχουν δίκιο, θα το δούμε στη συνέχεια.
Δεύτερο, επιτίθενται στον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον 18ο κυρίως αιώνα, οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Μια γνώμη του Ζωσίμου, που διέφυγε, την υπογραμμίζω: «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά είναι τα πράγματα. Ασέβεια είναι ο Χριστιανισμός. Και η πάτρια θρησκεία τιμάται! Βέβαια ένας ερευνητής της ιστορίας όπως ο ομιλών, δεν ασχολείται με συναισθηματικά πράγματα. Αλλά καταλαβαίνετε, πώς ανατρέπεται η προοπτική και πως περιμένεις να επαινέσει κάποιος τον Κωνσταντίνο όταν έχει αυτή τη βασική προοπτική στην προσέγγισή του. Παρόλα αυτά, σπεύδω να πω ότι πολλές φορές ο Ζώσιμος ή αποσιωπά σημαντικά έργα του Κωνσταντίνου ή τον επαινεί για τις αρετές τις οποίες διέθετε. 
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας για τον Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεί την εξής παροιμία που ίσως είναι δική του: «θαυμάζει ανδρός αρετήν και πολέμιος». Τη λεβεντιά ενός ανθρώπου τη θαυμάζει και ο αντίπαλός του. Όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου σημαίνει ότι κάτι αξίζεις. Και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζεται ο Ζώσιμος να επαινέσει τον Κωνσταντίνο.

Διαφωτιστές

Οι Διαφωτιστές λοιπόν, ο Γίββων, ο Βολταίρος. Ο Βολταίρος συνεχώς απορρίπτει το Βυζάντιο ο δε Γίββων ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, ναι μεν δεν αρνείται ότι το όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι Βυζάντιο αλλά είναι Νέα Ρώμη, είναι συνέχεια από πλευράς πολιτικής και εδαφικής αλλά όχι και πολιτιστικής και πνευματικής, της παλαιάς Ρώμης, μιλεί για τηνDecline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδή είναι το κατρακύλισμα και η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό οφείλεται κατ’ αυτόν, κατά τον Γίββωνα, στον Χριστιανισμό. Το έργο του είναι σπουδαίο, αλλά όταν έχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε το βασικό μειονέκτημά του. Στη διαστροφή των πνευμάτων κατά τον Παπαρηγόπουλο, ουκ ολίγον συνετέλεσε και η παπική αρχή. Μπορεί να είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγεγραμμένος εις το αγιολόγιο του παπισμού (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στους Ουνίτες), αλλά δεν παύει να μισείται ή να τον αποστρέφονται οι ρωμαιοκαθολικοί επειδή μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη και οδήγησε στην αφάνεια την Παλαιά Ρώμη. Αν γινότανε κάτι τώρα σε μας, λέγω τώρα μια σκέψη, η πρωτεύουσα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, τι θα κάναμε κύριε δήμαρχε εμείς, οι χαμουτζήδες, όπως μας λένε οι βόρειοι, σ’ αυτή τη μεταβολή;

Σημασία τώρα ουσιαστικότερη έχει το εξής: το όνομα Κωνσταντίνος μολονότι εννοιολογικά προέρχεται από την ελληνική γλώσσα. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική, αλλά το όνομα Κωνσταντίνος επεκράτησε στη Δύση. Από το σχίσμα και μετά, ουδείς πάπας και ουδείς ηγεμόνας της Δύσεως, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Έγινε το μισητότερο όνομα εις την Δύση εν αντιθέσει με την Ανατολή που φθάσαμε πριν από κάποια χρόνια από τον ανώτατο άρχοντα και όχι μόνο τον πρώην, τον τέως βασιλέα, αλλά και πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τους αρχηγούς των κομμάτων, να έχουν όλοι το όνομα Κωνσταντίνος. Και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα η Κάραλη, είπε κάποτε με κάποια αγανάκτηση, καλά βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας Βρασσίδας, Επαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι υπάρχουν. Έγινε το αγαπητότερο όνομα, κι επειδή έχω και τον γαμπρό μου Κωνσταντίνο, συγνώμη γι’ αυτό που λέγω, το έζησα και προχτές, οι Κωνσταντίνοι έγιναν, δόξα τω Θεώ, περισσότεροι από τους Γιώργηδες και τους Γιάννηδες. Αυτό σημαίνει πόσο αγαπήθηκε, λαογραφικά μιλώ αυτή τη στιγμή, πόσο αγαπήθηκε αυτό το όνομα.

Και τέταρτη ομάδα που στρέφεται εναντίον του είναι οι δυτικόφρονες οι οποίοι, ακρίτως, ακολουθούν πάντοτε κάποιαν Ευρώπη, κάποια Δύση, χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτά που λέγονται είναι ορθά ή όχι.

Βιογραφικά στοιχεία

Δύο τρία βιογραφικά στοιχεία πριν προχωρήσω σε κάποιες απολογητικές θέσεις. Το όνομα του ήταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – το πλήρες όνομα όταν από το 324 έγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου περί το 280. Κατ’ άλλους λίγο ενωρίτερα, κατ’ άλλους λίγο αργότερα. Στη Ναϊσό, εις την Νίσσα της Σερβίας. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ως όμηρος εις την αυλή του αυτοκράτωρος Διοκλητιανού ή στην αυλή του συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Όμηρος ώστε να εμποδιστεί ο πατέρας του που ήταν Καίσαρ, ο Κωνστάντιος ο Χλωρός, να επαναστατήσει εναντίον του αυτοκράτωρος. Ίσως γνώρισε το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου και τα θαύματά του στην Ανατολή, γιατί η αγάπη του προς τους μάρτυρες πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό έρεισμα. Υπήρξε γενναίος πολεμιστής με πολλά προσόντα, με ηρωικό φρόνημα.

Στην αρχή ενυμφεύφθει τη σεμνή Νινευίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, το πρώτο παιδί του. Για πολιτικούς λόγους, όπως και ο πατέρας του, αναγκάστηκε να χωρίσει τη Νινευίνα και να νυμφευθεί την κόρη του συναυτοκράτωρος Μαξιμιανού, την Φαύστα. Η Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα και πραγματικά ήταν η Φάουστα της οικογενείας. Ο Βοσταντζόγλου έχει γράψει ο μακαρίτης σχετικά με την Φαύστα. Απέκτησε από την Φαύστα τρεις γιους. Τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα που βασίλευσαν και οι τρεις. Βλέπετε, όλα τα ονόματα στρέφονται γύρω από την ίδια ρίζα. Ο Διοκλητιανός εφήρμοσε ένα νέο σύστημα διοικήσεως, την Renovatio Imperius, την ανανέωση της αυτοκρατορίας από το 285, την τετραρχία.

Ο Διοκλητιανός ήταν ο πρώτος Αύγουστος και Καίσαρ, δεύτερος Αύγουστος θα λέγαμε, ο Γαλέριος. Βοηθός του στην Ανατολή. Ο Μαξιμιανός επίσης συναύγουστος, είχε καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό, τον πατέρα του Κωνσταντίνου στη Νίσσα. Το 305, την 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός και ο Χλωρός ανακυρήχθηκε Αύγουστος στην Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνσταντίνος τότε εκλήθη στη Δύση, κοντά στον πατέρα του. Το 306 επέρχεται ο θάνατος του Κωνσταντίου Χλωρού και στις 25 Ιουλίου του 306, ο στρατός ανεκύρηξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη κάτι εδώ. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα της βασιλείας, όπως όλη την περίοδο του Βυζαντίου, της Νέας Ρώμης δηλαδή, της Ρωμανίας, όπως δεν υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δεν υπήρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Απλούστατα, ο στρατός η σύγκλητος και ο λαός μπορούσαν να δεχθούν το γιο κάποιου να τους διαδεχθεί, αλλά όχι κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτή είναι η δημοκρατία του ελληνισμού και όχι το όνομα βασιλεύς. Έχω πει και άλλες φορές σ’ αυτή την αίθουσα, ας λέγεται όπως θέλει να λέγεται, αρκεί να εκλέγεται. Αυτή είναι η δημοκρατία.

Ο Κωνσταντίνος λοιπόν ανακηρύχθηκε από τον στρατό και την σύγκλητο αυτοκράτωρ. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, το ίδιο έτος στις 28 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας. Το 311 αποθνήσκει ο Γαλάριος και τον διαδέχεται ο Λικίνιος που έλαβε ως σύζυγο την Κωνσταντία – Κωνσταντία και αυτή – θετή αδερφή του Κωνσταντίνου. 28 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος ενίκησε τον Μαξέντιο – θα το δούμε γιατί – στη Μιλβία, κατ’ άλλους Μουλβία, γέφυρα. Η σύγκλητος ανακήρυξε τότε πρώτον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Το 313 ο Λικίνιος ενίκησε τον Μαξιμίνο. Και μένουν τώρα δύο Αύγουστοι. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος Αύγουστος και ο Λικίνιος δεύτερος Αύγουστος. Έτσι το 313 εκδίδεται το περιβόητο διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα δούμε πια είναι η σημασία του. Το 321 ο Λικίνιος επαναφέρει τους διωγμούς με νέο διάταγμα εναντίον των χριστιανών ενώ το 313 είχε αποφασιστεί, με πρώτον τον Κωνσταντίνο, να πάψουν οι διωγμοί. Επέρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο και η ήττα του Λικινίου.

Το 324 ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας, η αυτοκρατορία αποκτά ενότητα σε μία αχανή έκταση. Από την Θούλην, που μπορεί να ήταν η σημερινή Ισλανδία, ή τουλάχιστον η Ιρλανδία, μέχρι την Περσία και την Ινδία. Επομένως γίνεται ένα ενιαίο κράτος, με μία κεντρική εξουσία, έναν κεντρικό αυτοκράτορα. Το 325 συγκαλεί την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και το 330 εγκαινιάζει τη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη. Στις 22 Μαΐου του 337 πεθαίνει στο Δρέπανο της Βιθυνίας – Μικρασία – που ήταν η πόλις καταγωγής της Αγίας Ελένης και γι’ αυτό ονόμασε την πόλην αυτήν Ελενούπολη. Βαπτίστηκε από τον φίλο του, Ευσέβιο Νικομηδείας, με λευκή εσθήτα, ως κατηχούμενος και μετά από λίγο αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη.

Κατηγορίες από τον Ζώσιμο

Αυτά είναι τα τυπικά ιστορικά. Ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε από τον Ζώσιμο για τη δολοφονία και εξόντωση των αντιπάλων του.

Τι μαρτυρούν οι πηγές; Κάποια πράγματα τα οποία λέγονται από τους αντιπάλους του, και μάλιστα το Ζώσιμο που είναι η πηγή των συκοφαντιών κατά του Κωνσταντίνου, μένουν στο χώρο του θρύλου. Όταν είναι κάτι αναπόδεικτο το αναφέρει μεν ο ιστορικός όπως κάνω και ’γω τώρα, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε αμέριστες υποθέσεις ή σκέψεις.

Η περίπτωση του Μαξιμιανού

Η περίπτωση του Μαξιμιανού, για να μείνω σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μαξιμιανός ήθελε να γίνει αύγουστος, αυτοκράτορας και διώχθηκε από τον γιο του Μαξέντιο. Έτσι κατέφυγε στην κόρη του, ήταν πεθερός του Κωνσταντίνου, στην κόρη του Φαύστα και ζήτησε προστασία από τον Κωνσταντίνο. Το 310 όμως οργάνωσε συνωμοσία και κίνημα για ανατροπή του Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν η κατάσταση της εποχής. Ξέρετε, κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε μπορεί να πάψει να είναι τέκνο της εποχής του. Γι’ αυτό σας είπα ότι όταν εφαρμόζεται ο λεγόμενος ιστορικός αναχρονισμός, είναι αποτυχία της ιστορικής έρευνας. Εμείς θα ερμηνεύσουμε τα πράγματα της εποχής εκείνης, μεθιστάμενοι σ’ αυτή την εποχή κι όχι μεταφέροντας την εποχή στις δικές μας συνθήκες σήμερα. Ο Μαξιμιανός διέδωσε ότι ο Κωνσταντίνος φονεύθηκε στον πόλεμο κατά των Φραγκογερμανών στα βόρεια σύνορα, και πήρε ένα μέρος του στρατού με το μέρος του και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε και ο Μαξιμιανός κλείστηκε στο φρούριο της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος τον αιχμαλωτίζει, τον συγχωρεί όμως, με τη μεσολάβηση και της γυναίκας του της Φαύστας. Νέα συνωμοσία του Μαξιμιανού και της Φαύστας τώρα, για να δολοφονηθεί ο Κωνσταντίνος. Αποτυγχάνει η προσπάθεια. Η Φαύστα τότε, η Φάουστα όπως είπα της οικογένειας, ενοχοποιεί τον πατέρα της. Ο Μαξιμιανός αναγκάστηκε να αυτοαπαγχονιστεί, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ότι τα πράγματα έγιναν σκληρότερα γι’ αυτόν. Κατηγορούν γι’ αυτό τον Κωνσταντίνο. Κοιτάξτε, όταν κάποιος είναι ανώτατος άρχων, και δεν είναι απλώς πολιτικά και διοικητικά ανώτατος άρχων, αλλά συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες ονομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδή ο κυβερνήτης, ο διοικητής ολοκλήρου του κόσμου. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος ήταν ο Ανώτατος Δικαστής. Ήταν Pontifex maximus, ο ανώτατος αρχιερεύς. Αυτά δεν τα μετέφερε ο ίδιος στον εαυτό του, τα βρήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επομένως, πάσα πράξις έπρεπε να δικαστεί από τον ανώτατο δικαστή. Ο οποίος βέβαια περιεστοιχίζετο από τον στρατό αλλά στα πολιτικά πράγματα από την σύγκλητο. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποδίδουμε μονομερώς την ευθύνη, όπως όταν κανείς είναι πρόεδρος της δημοκρατίας και υπογράψει θανατική ποινή η οποία ορίζεται από το δικαστήριο, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Αν αρνηθεί ο ανώτατος άρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος της δημοκρατίας, να δεχθεί αυτό που προτείνει η δικαστική εξουσία καταλαβαίνετε ποιες επιπτώσεις θα γίνουν.

Η περίπτωση του Βασσιανού

Δεύτερο, η περίπτωση του Βασσιανού. Θ’ αποφύγω τις λεπτομέρειες, διότι, εις την στάση του Βασσιανού, κι εδώ ο Κωνσταντίνος έδειξε μεγαθυμία κι όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – εναντίον του ανωτάτου άρχοντος, ο Βασσιανός εξετελέσθη με την εφαρμογή των νόμων του κράτους. Είναι δυνατόν λοιπόν, εν ψυχρώ, να αποδοθεί η κατηγορία στον Κωνσταντίνο και να θεωρηθεί δολοφόνος; Κάθε ανώτατος άρχων τότε θα έπρεπε να ονομάζεται δολοφόνος, εκτός και αν ο ανώτατος άρχων χρησιμοποιεί τους νόμους. Αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γι’ αυτό κατόρθωσε τόσα χρόνια να επιβιώσει ’ δεν ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

«Εν τούτω νίκα» (στα λατινικά hoc signo victor eris)

«Τούτω Νίκα» περίπτωση του Μαξεντίου

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξεντίου, του κουνιάδου του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος επεθύμησε να γίνει ο μόνος αυτοκράτορας και εστράφη κατά του Κωνσταντίνου επικαλούμενος τον θάνατο – την δολοφονία κατ’ αυτόν – του πατέρα του, του Μαξιμιανού. Διατάζει την καταστροφή των αγαλμάτων του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος μέσω των Άλπεων έρχεται στην Ιταλία και συναντώνται οι δύο στρατοί στην ιδία γέφυρα του Τίβερη, δύο χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ εμφανίζεται η γνωστή θεοσημία, όπως το περιγράφει ο ιστορικός Ευσέβιος, κατά το απομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στον ουρανό τον Σταυρό και τα γράμματα που έλεγαν «Τούτω Νίκα», όχι δηλαδή «Εν Τούτω Νίκα». Με αυτό το σύμβολο θα μπορείς να νικάς, ας νικάς.

Ο Λακτάντιος παραθέτει το κείμενο εις τα Λατινικά. Και λέει πάλι ότι ήταν Σταυρός, ότι το είδε σε ενύπνιον ο Κωνσταντίνος, βλέπετε υπάρχουν διάφορες εκδοχές, και είπε ότι τα γράμματα ήσαν In Hoc Vincas, Εν τούτω, εδώ δηλαδή υπάρχει το In. Εν αυτώ, δηλαδή να νικάς. Ο Άγιος Αρτέμιος και ο στρατός, υπάρχουν σχετικές πηγές, εβεβαίωσαν πως το είδαν και αυτοί το σύμβολο, άρα το είδε ολόκληρος ο στρατός και όχι μόνον ο Κωνσταντίνος. Γεγονός είναι ένα. Είτε ως ενύπνιον το είδε, είτε μέρα μεσημέρι στον ουρανό, σημασία έχει ότι από τότε ο Κωνσταντίνος κατασκευάζει το λάβαρο του Σταυρού με το μονόγραμμα, το Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σε ένα στεφάνι. Και εις τις ασπίδες των στρατιωτών εμφανίζεται το μονόγραμμα.

Ο Ζώσιμος αποσιωπά το γεγονός, ενώ θα μπορούσε να το διαψεύσει, αλλά δε μπορεί. Αποσιωπά το γεγονός όπως και άλλοι παγανιστές συγγραφείς. Το επιβεβαιώνουν όμως μεταγενέστεροι ιστορικοί, ο Φιλοστόργιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο ησυχαστής του 14ου αιώνος. Ο δε Σωζομενός, ιστορικός του 5ου αιώνος, έναν αιώνα μετά τον Κωνσταντίνο μαζί με τον Σωκράτη τον σχολαστικό, λέγει ότι οι λέξεις «Τούτω Νίκα» ήσαν άγγελοι. Όπως το αστέρι της Βηθλεέμ, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ήταν υπερφυές θαύμα, δηλαδή άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, το ίδιο και ο Σωζομενός, το ερμηνεύει με το δικό του τρόπο. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 γίνεται η μάχη.

Ο Κωνσταντίνος είχε 25.000 στρατό, ο Μαξέντιος 100.000 και κυριολεκτικά συνετρίβη ο στρατός του Μαξεντίου. Σπάζει μια γέφυρα του Τιβέριου ποταμού και πολλοί στρατιώτες πέφτουν στο ποτάμι και πνίγονται και μαζί τους και ο Μαξέντιος. Πάλι κατηγορούν τον Κωνσταντίνο. Εμένα με ενδιαφέρει στην έρευνά μου ο όρος που χρησιμοποιείται: «δολοφόνος ο Κωνσταντίνος».

Ξέρετε τι σημαίνει δολοφόνος. Να πείτε ότι με τον τρόπο που επετέθη κατόρθωσε κλπ να πέσει ο Μαξέντιος στο ποτάμι και να πνιγεί, εντάξει το δέχομαι. Αλλά δολοφόνος από πού ως που; Όταν είναι μία μάχη κατά την οποία αντιμετωπίζεται στάσις, επανάσταση εναντίον του ανωτάτου άρχοντος. Τρία χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Θριαμβική Αψίδα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Ρώμη. Τώρα μια αντίφαση, στους αντιπάλους του Κωνσταντίνου είναι ότι δεν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη του αντιπάλου στρατεύματος. Δεν εφήρμοσε κανένα μέτρο εναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιες αντιφάσεις υπάρχουν εις την κρίση του Κωνσταντίνου.

Κρίσπος – Φαύστα

Χαρακτηριστικότερες από αυτές – να ολοκληρώσω αυτές τις αναφορές – είναι η περίπτωση του γιου του του Κρίσπου και η περίπτωση της Φαύστας, της δεύτερης συζύγου του. Το 316 γιόρταζε τα δέκα χρόνια της ανόδου του εις τον θρόνο, στα ανάκτορα. Και εξαπλώνεται αυτόματα η είδηση ότι συνελήφθη ο Κρίσπος και εφυλακίσθη εις την φυλακήν της Πόλας εις την Ίστρια – από εκεί κατήγετο ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οικογένειά του, την Ίστρια. Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, είχε περιβληθεί ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ήταν μάλιστα και αρχηγός του στόλου της αυτοκρατορίας. Μη σας φαίνεται περίεργο, ο Γκουαρνέ της Ιωσηφίνας, ο θετός γιος του Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονών ηύρε να καταλάβει τα Επτάνησα με τους δημοκρατικούς Γάλλους. Εδώ φαίνεται το μίσος της Φαύστας.

Ο Κρίστπος υπερτερούσε έναντι των τριών δικών της γιων. Ετίθετο θέμα διαδοχής. Επίσης η αγία Ελένη, αγαπούσε τον Κρίσπο για τα προσόντα, της θύμιζε τον γιο της στα νεανικά του χρόνια. Γίνεται μια σατανική ενέργεια. Ένα μήνα πριν από τον θάνατο του Κρίσπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε εκδώσει ένα νόμο εναντίον της μοιχείας. Μοιχεία με έγγαμη γυναίκα, όχι απλώς πορνεία. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος. Με ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε από την Φαύστα ο Κρίσπος, πρώτον για συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου και δεύτερον ότι της επετέθη, στη μητριά του δηλαδή, με ανήθικους σκοπούς.

Ο Ζώσιμος, προσέξτε, ο ειδωλολάτρης ιστορικός, και ο Ιωάννης Ζωναράς τον δωδέκατο αιώνα δέχονται ως αβάσιμες τις πληροφορίες και όλοι οι σοβαροί ερευνητές δέχονται ότι αυτά μένουν στο χώρο του θρύλου. Δεν μπορεί να συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα. Το δίλημμα που είχε ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση ήταν ανάλογο εκείνο ενός μεγάλου νομοθέτη του ελληνισμού. Τον έβδομο αιώνα ο Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, όμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλώ όσους δεν το ξέρουν να μη λένε ζάμπλουτος – ζα σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος και ζάλευκος). Ο Ζάλευκος είναι σύγχρονος του Χαμουραμπί, ή Χαμουράμπι και εκδίδει την πρώτη ελληνική νομοθεσία – είναι αρχαιότερος του Σόλωνος.

Είχε λοιπόν ένα νόμο που έλεγε: ο κατηγορούμενος και συλλαμβανόμενος για μοιχεία καταδικάζεται με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών. Ο πρώτος που συνελήφθη για μοιχεία ήταν ο γιος του Ζαλεύκου. Έρχεται λοιπόν ο βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος ανώτατος δικαστής, να δικάσει. Τι να κάνει; Να τυφλώσει το γιο του που ο στρατός τον ήθελε ως διάδοχό του και η εκκλησία του δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ο Ζάλευκος την σύναξη: πόσα μάτια απαιτεί ο νόμος στην περίπτωση αυτή ως τιμωρία; Και του είπαν δύο. Ε, λέει, ένα μάτι του γιου μου και ένα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε και αυτός κατά το ένα μάτι για να μην καταδικάσει με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών το γιο του.

Αυτό το επικαλούμεθα συνήθως, ο Δημινιάτης και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος για να δικαιώσουν την περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και άλλο θέμα.

Δεν εκτελεί τον Κρίσπο, απλώς τον φυλακίζει ο Κωνσταντίνος. Ο νέος εκτελέστηκε με άγνωστο τρόπο και δεν βρέθηκε διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που να καταδικάζει τον Κρίσπο σε θάνατο, όπως έπρεπε να υπάρχει. Οι ιστορικοί μας λέγουν ότι η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την σφραγίδα του αυτοκράτορος ήταν η γυναίκα του η Φαύστα και σ’ αυτήν αποδίδεται η δολοφονία. Η απάντηση λοιπόν είναι αδύνατη και ανεύθυνη και προς πάσα κατεύθυνση. Η Ελένη επέστρεψε από τη Ρώμη και πληροφορήθηκε τη συνωμοσία της Φαύστας και απεκάλυψε τα πράγματα στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος τότε διέταξε την σύλληψη της Φαύστας. Ο Ζώσιμος αυθαίρετα λέει ότι ο Κωνσταντίνος διέταξε να πνιγεί η Φαύστα στο λουτρό με καυτό νερό.

Προχθές μου έστειλαν ένα άρθρο – θα το επικαλεστώ για ολίγο στη συνέχεια – που επαναλαμβάνει ένας εχθρός του Χριστιανισμού, τα όσα γράφει ο Ζώσιμος. Χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση της πληροφορίας. Αναπαράγεται λοιπόν αυτή η κρίση αναπόδεικτα. Αλλά το μύθο του Ζωσίμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος. Εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ).

Άριστος ελληνιστής, είχε ζήσει κοντά σε πατέρες στην ανατολή και μάλιστα κοντά στον Ιωάννη το Χρυσόστομο – ανατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, ανήκουν στην ίδια ομάδα από πλευράς Ορθοδοξίας – έζησε ο Ιερώνυμος τα γεγονότα, και αυτός παρέχει την πληροφορία ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να συνδέονται, και μάλιστα άμεσα, τα δύο γεγονότα; Ακόμη και ο ιστορικός Γίββων εις την ιστορία του καταθέτει την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας. Και ο Παπαρηγόπουλος επίσης απορρίπτει μια τέτοια θεωρία. Τις περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, του Κρίσπου και της Φαύστας, καλύπτει θρύλος.

Η στάση του Μ. Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρείας

Ποια ήταν η στάση τώρα του Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρίας. Ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Νικαίας το 326, ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της Βασιλείας του, τα δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική, ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η άρνηση του αυτοκράτορος να τελέσει τα καθήκοντά του ως εθνικός, ως ειδωλολάτρης αυτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει να ξέρουμε, θα το πω παρενθετικά, γιατί εδιώκετο ο Χριστιανισμός, κυρίως τους τρεις πρώτους αιώνες; Αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ οι διωγμοί αυτοί, μέχρι σήμερα. Εδιώκετο διότι δεν απεδέχετο άλλες θεότητες.

Η φράσις της λειτουργίας: «εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός», κατά τους μεγάλους λειτουργιολόγους, εισήλθε εις την θεία λειτουργία ήδη από τον πρώτο αιώνα. «Εις Άγιος», ήταν απάντηση στους Εβραίους’ ένας είναι ο Άγιος που αγιάζει, ο Τριαδικός Θεός. «Εις Κύριος», ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, απευθύνεται στους Ρωμαίους. Ένας είναι εκείνος ο οποίος είναι ο βασιλιάς ο δικός μας. Κι αυτό το επαναλαμβάνει το 160 περίπου στη δίκη του, ο άγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης. Τι του είπε ο Στάτιος ο Κονδράτιος, ο διοικητής της Σμύρνης; «Ώμοσον του Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στο άγαλμα του Καίσαρα. Διότι ο Καίσαρ ήταν Θεός επί της γης.

Τιμούσαν το πνεύμα του Καίσαρος και το πνεύμα της Ρώμης, με αγάλματα με θυσίες, ετιμώντο ως θεότητα. Άρα δεν θα είχε αντίρρηση η Ρώμη οι Χριστιανοί να εισαγάγουν μια νέα θεότητα εις την πανσπερμία των θεοτήτων – ο Οράτιος έλεγε την εποχή αυτή «υπάρχουν περισσότεροι θεοί απ’ όσον άνθρωποι» - οπότε δε θα ηρνείτο η Ρώμη εάν πρώτα εδέχοντο τη θεότητα του Καίσαρος και της Ρώμης. Γι’ αυτό εδιώκοντο οι Χριστιανοί.

Ήταν απηγορευμένη εταιρεία – ομάδα διότι δεν εδέχετο «ους η πόλις», για να επαναλάβω το Σωκράτη, «ους η πόλις ενόμιζε θεούς», κατά νόμον εδέχετο ως θεότητες. Αυτό λοιπόν λειτουργεί μ’ έναν τρόπο περίεργο στη συνείδηση των ειδωλολατρών όταν ο αυτοκράτωρ που ετιμάτο ως θεός – και ο Κωνσταντίνος μέχρι τότε ετιμάτο – αρνείται να προσφέρει τα νενομισμένα όπως επέβαλε η θρησκεία της Ρώμης. Ύστερα απ’ όσα είχε βιώσει εις την Σύνοδο της Νικαίας, δεν μπορούσε να δεχθεί όλα αυτά.

Επίσης κατά τον Ζώσιμο, προκάλεσε το μίσος των ειδωλολατρών, οι οποίοι για να τον εκδικηθούν και να τον προσβάλουν, εβεβήλωσαν τα αγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά του προσώπου στα αγάλματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά εκείνος, ειρηνικότατα, όταν του είπαν τι είχε γίνει, έπιασε το πρόσωπό του και είπε «ευτυχώς εγώ δε βλέπω κανένα τραύμα στο πρόσωπό μου». Δεν καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, αλλά ούτε και τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Με επιστολές του συμβούλευε τους κατοίκους της χώρας και των περιοχών που υπήρχαν ειδωλολάτρες να στραφούν προς τη χριστιανική πίστη.

Πως είναι δυνατόν να τον αγαπήσουν οι εθνικοί; Αυστηρότητα έδειξε μόνον προς τους αιρετικούς. Γι’ αυτό πότε εξόριζε το Μέγα Αθανάσιο, πότε εξόριζε τον Άρειο. Διότι ένας άρχοντας, για να καταλαβαίνουν οι διοικούντες, ενδιαφέρεται σε κάθε εποχή γι’ αυτό που λέει η λαϊκή φράση: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Ήθελε δηλαδή να αποφύγει τις άκαιρες διενέξεις και τις συγκρούσεις.

Γι’ αυτό και ο Μέγας Αθανάσιος, για να προφυλαχθεί κατά πολλούς ιστορικούς, επειδή τον απειλούσαν με δολοφονία οι Αρειανοί, εστάλη εις την Δύση. Εξόριστος στη Ρώμη, 335-36, και στα Ρέμιδα το σημερινό Πριρ, τη γενέτειρα του Μαρξ.Εκεί ακριβώς εστάλη ο Μέγας Αθανάσιος και μετέφερε το μοναχισμό του αγίου Αντωνίου και του αγίου Παχωμίου, το κοινοβιακό μοναστήρι. Δεν αδίκησε την εθνική θρησκεία. Κατά τον Ζώσιμο επέβλεψε την ανοικοδόμηση εθνικών ναών.


Η συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική, η κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη, έχει μια σπουδαία εργασία εις την οποία λέει ότι αμέσως μετά τη Νίκαια ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο ειδωλολατρικούς και δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθούσε να τηρήσει την ισορροπία και να εξασφαλίσει την ισότητα και ενότητα των πολιτών. Επίσης χρηματοδότησε τους ναούς της αγίας Ελένης, την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, τους ναούς εκεί που βρίσκονται και σήμερα στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθλεέμ, στο Σταυροβούνι, στη σκήτη που μετέφερε η αγία Ελένη μεγάλο τμήμα του Τιμίου Σταυρού και ούτω καθεξής.

Συγχωρήστε με, βλέπω σ’ αυτό το άρθρο, και δε θα το διαβάσω ολόκληρο, και πολλοί νεοπαγανιστές μας κατηγορούν λέγοντας «δεν είναι Τίμιος Σταυρός αυτό, αλλά δάσος ολόκληρο». Μη νομίσητε ότι όποιος έχει Τίμιο Ξύλο είναι απευθείας από το Σταυρό του Χριστού. Έχουμε τα λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, με το άγγιγμα του αίματος των μαρτύρων και με το άγγιγμα του Σταυρού του Χριστού, το ξύλο αγιάζεται και λέγεται και αυτό Τίμιο Ξύλο αλλά δεν ανήκει στο Σταυρό του Χριστού. Προσέξτε τώρα. Άλλο στη Μονή Ξηροποτάμου και στη Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο που υπάρχει μεγάλο τμήμα του Σταυρού.

Δεν είναι λοιπόν πολλοί σταυροί που κόπτονται, αλλά με αυτόν τον τρόπο παράγονται φυλαχτά που έχουν άμεση σχέση εξ επαφής με τον Σταυρό του Χριστού. Αλλά και ο πατέρας του Κωνσταντίνου είχε ευνοήσει τους Χριστιανούς με την έννοια ότι δεν εφήρμοζε τα διωκτικά διατάγματα του Διοκλητιανού απέναντί τους. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Κωνσταντίνος.

Ο Κωνσταντίνος συνέβαλε στη νίκη του Χριστιανισμού. Ένα τεράστιο εγκληματικό λάθος – μακάρι να οφείλεται σε άγνοια – είναι το διαθρυλούμενο και επαναλαμβανόμενο πολλάκις ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ανεκήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό – άπαγε της βλασφημίας! Αυτό θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου του 380 από τον Ισπανικής προελεύσεως και θερμόαιμο αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο τον Α’, αλλά όχι από τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος εξησφάλισε ελευθερία σε κάθε θρήσκευμα, οπότε και οι Χριστιανοί απέκτησαν το δικαίωμα να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Όχι ότι ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος και ψέμα συγχρόνως.

Ο Κωνσταντίνος ο Παπαρηγόπουλος λέγει ότι «προς τον Χριστιανισμό ο Κωνσταντίνος ηδύνατο να πολιτευτεί και άλλως ή όπως επολιτεύθη, ηδύνατο να μην προστατεύσει και να τον καταδιώξει». Άρα μόνο σε μεταφυσικές, κυρίως υπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στην καρδιά του Κωνσταντίνου βλέπει ο Παπαρηγόπουλος την στάση του έναντι των Χριστιανών. Και κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δεν στηρίζεται ποτέ εις την μειοψηφία αλλά πάντα στην πλειοψηφία. Είτε για να επιτύχει στις εκλογές είτε για να επιτύχει τους δικούς του στόχους.

Και η εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος μέχρι την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που δείχνει το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό, ποιος ήταν ο αριθμός των Χριστιανών στην Αυτοκρατορία; Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Αυτό το μαρτυρεί σε μια σπουδαιότατη εργασία του ο Άντολφ φον Χάρμερ, ένας μεγάλος ιστορικός φιλευθέρας ιδεολογίας εις την Ευρώπη, εις την Γερμανία «Η εξάπλωσις του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους αιώνες». Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Μειοψηφία ήσαν αυτή την εποχή οι Χριστιανοί.

Επίσης ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για μένα, και μόνο γι’ αυτό είναι Μέγας και άγιος της εκκλησίας. Άγιος σημαίνει ότι έχει τη Χάρη του Θεού μέσα του, αυτό σημαίνει, όχι αλάθητος. Έχει τη Χάρη του Θεού, ζωντανή και αισθητή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αυτοκαταργήθηκε σε κάποια στιγμή ως αυτοκράτωρ, δεχόμενος τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ιστορίας που είναι η Σύνοδος, το Συνοδικό σύστημα. Το 311 και εν συνεχεία 313 – 14 ξέσπασε μια μεγάλη διένεξις, για το σχίσμα των Δονατιστών. Μάλωναν μεταξύ τους οι Χριστιανοί που ανήκαν στον Δονάτο και οι άλλοι στον νόμιμο επίσκοπο σε ποιον ανήκουν οι ναοί και οι περί τους ναούς τίτλοι και τα αγροτεμάχια.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος που έπρεπε να δικάσει την υπόθεση, αυτοκαταργείται από «Ύψιστος Δικαστής» και λέγει εις τον Μιλτιάδη – Έλληνα – επίσκοπο Ρώμης, της Παλαιάς Ρώμης: «έχετε σύλλογο, δικάστε με τον συνοδικό σύλλογο». Έτσι φθάσαμε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Όταν λέμε δε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πρόεδρος της Συνόδου – με συγχωρείτε αλλά δεν ξέρω γράμματα, να διαβάσω τα κείμενα – ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, συνάδελφός μας έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για την προεδρία της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Οι πηγές μας λένε, αναλυόμενες κριτικά από τον κύριο Φειδά και από άλλους επιστήμονες, τελευταίος είναι αυτός που γράφει ο κύριος Φειδάς, ότι πρόεδρος υπήρξε ο Αντιοχείας Ευστάθιος.

Άλλο ο πρόεδρος που συντονίζει τις συζητήσεις και άλλο ο συγκαλέσας τη Σύνοδο. Μόνο ο αυτοκράτωρ είχε δικαίωμα να δώσει άδεια στους επισκόπους από όλο το μήκος και πλάτος της αυτοκρατορίας να κινηθούν προς την πρωτεύουσα και μάλιστα εδώ προς τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ξέρετε αυτό και επί Ιουστινιανού ισχύει και επί Παλαιάς Ρώμης ίσχυε και επί Κατοχής. Μπορούσε να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε άδεια της γερμανικής διοικήσεως και στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να πει κανείς «πετάγομαι μέχρι τη Ρώμη για ψώνια» αν δεν είχε άδεια της αστυνομίας; Διότι εφοβούντο στάση, εξεγέρσεις.

Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος όμως και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δίνει την άδεια να συγκληθεί η Σύνοδος. Προσφωνεί τους Πατέρες της Συνόδου σε άπταιστα ελληνικά, ήταν εγκρατέστατος της ελληνικής γλώσσης, και εν συνεχεία αποσύρεται και το έργο της Συνόδου διεξάγεται από τους αγίους Πατέρες μεταξύ των οποίων ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, διάκονος ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος – καταλαβαίνετε για ποια πρόσωπα μιλούμε. Αλλά δεν υπήρξε πρόεδρος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως θα συμβεί και στη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας.

Θα μου πει κανείς, συζητήσεις, επηρεασμοί εις τα μετόπισθεν μπορούσαν να υπάρχουν πάντοτε. Αλλά όταν στις Οικουμενικές Συνόδους μπορούσαν να υπάρχουν άγιοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πίστη του Θεού, ουδεμία επιρροή είναι δυνατή. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος; Αν δεν έχουμε θεουμένους, δε μπορούμε να έχουμε Οικουμενική Σύνοδο. Ή, αν δεν έχουμε επισκόπους που αγωνίζονται για την πίστη του Χριστού και ακολουθούν τους αγίους τους θεουμένους, διαφορετικά όποια Σύνοδος που θα γίνει στο μέλλον που θα διεκδικήσει τον τίτλο Πανορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου και θα εναντιώνεται εις τον λόγο και την πολιτεία και την πράξη των θεουμένων, δηλαδή των αγίων, θα αποδειχθεί και εύχομαι να μη γίνει αυτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Επίσης, από ελληνολάτρης ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε πραγματικά πιστός εις τον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό. Έγινε υπέρμαχος της χριστιανικής θρησκείας όπως αποδεικνύει ήδη το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, χωρίς, όπως είπα, να διακηρύξει επίσημη και μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό.


Το διάταγμα των Μεδιολάνων

Το διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λακτάντιος το περιέχει στο έργο του και ο Ευσέβιος εις την Ιστορία του. Τι περιείχε το διάταγμα. Παρείχε ελευθερία λατρείας. Γενικά, σε κάθε θρησκεία. Κατήργησε τους νόμους οι οποίοι ίσχυαν εναντίον των Χριστιανών και οι τόποι λατρείας – που τους είχαν αρπάξει οι ειδωλολάτρες – επεστράφησαν στους Χριστιανούς. Ή, όπου δεν ήταν δυνατό αυτό, οι Χριστιανοί έπαιρναν αποζημίωση για τους τόπους λατρείας που είχαν αρπαγεί. Είπαμε για την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Ανύψωσε συγχρόνως τον ελληνισμό σε πολιτική και εκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί τη γλώσσα της Ρωμανίας, της αυτοκρατορίας, της Ελληνικής δηλαδή αυτοκρατορίας η οποία εκτεινόταν απ’ τη Δύση μέχρι το βάθος της Ανατολής. Οι γλώσσες ήταν δύο, λατινικά και ελληνικά.

Ο Κωνσταντίνος μιλεί ελληνικά στη Σύνοδο όπως και στη Σύνοδο το 324, στην Αντιόχεια. Εκεί ακριβώς ολοκληρώνει την αυτοταπείνωσή του και την αποδοχή της Συνόδου, του Συνοδικού θεσμού, όταν λέγει στους επισκόπους το περίφημο εκείνο: «Εσείς είστε επίσκοποι των εντός, μέσα δηλαδή στα πνευματικά, στα sacra interna της Εκκλησίας. Εγώ, ο αυτοκράτωρ, υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός αν είη». Όσοι είστε φιλόλογοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό το «αν είη». Θα μπορούσα να είμαι εφόσον μου το αναγνωρίζετε, επίσκοπος, που θα επιβλέπω δηλαδή τα εκτός της Εκκλησίας, τα εκτός του αγίου βήματος. Μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα από τις μετέπειτα επιδρομές κυριολεκτικά όχι μόνο στην Ελλάδα, εις τα sacra interna της Εκκλησίας. Το πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεί την στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πολλών άλλων αυτοκρατόρων μας στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια για να κλείσω.

Έργα του Μ. Κωνσταντίνου

Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε. Μια απ’ αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας. Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι κύριε πρόεδρε δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε τα βροντάω και φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του. Είναι ο πρώτος έπειτα Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποιαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα. Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή. Εκεί θα έτρεχε το μεγάλο παιχνίδι που το έπαιξε για χίλια εκατό χρόνια και περισσότερο – μέχρι σήμερα το παίζει, οικουμενικά. Ο Ελληνισμός διατηρεί την οικουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά με τη Νέα Ρώμη, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει, τόσο ανθέλληνας ήταν, είχε επιλέξει στην αρχή την Τροία. Εκεί ήθελε να χτίσει την πρωτεύουσα. Τα λέει ο ιστορικός Σωζομενός. Εν συνεχεία όμως κατάλαβε τη σημασία της περιοχής του παλαιού Βυζαντίου, που ήταν ερείπια τώρα, που έλεγχε το πέρασμα προς τη Μαύρη θάλασσα, τα στενά δηλαδή του Βοσπόρου. Ο Παπαρηγόπουλος το είχε επιχειρήσει, ο Γίββων το είχε επιχειρήσει και πολλοί άλλοι ιστορικοί, μέτρησαν την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Θούλη της Ισλανδίας και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κίνα. Είναι περίπου τα ίδια χιλιόμετρα. Αντελήφθη ο Κωνσταντίνος ότι το κέντρο του κόσμου ήταν αυτή η νέα πόλη. Μάλιστα όταν εχάρασε την πόλη, τον ρωτούσαν οι αξιωματικοί: «που μας πας, πολύ μακριά χαράσσεις τα όρια της πόλης».

Έχουμε δεύτερη χάραξη με τον Θεοδόσιο και τρίτη χάραξη με τον Ιουστινιανό και μετέπειτα. Ο Κωνσταντίνος είπε: «δεν μπορώ να σταματήσω γιατί με οδηγεί αυτός μπροστά». Δηλαδή επεκαλέσθει υπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος άγγελος, που οδηγούσε τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτό ή είναι αλήθεια ή είναι ψέμα δεν είναι το πρόβλημά μας. Το πρόβλημα είναι η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίσει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.

Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δε νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία όπως είδαμε, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ’ την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ’ την απαγωγή. Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Όλη η πολιτεία του δείχνει ότι ενεργούσε ως χριστιανός.

Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων. Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν. Το κατ’ εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους; Δεν ξέρω πόσοι χριστιανοί ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επέφερε την ειρήνευση και το τελευταίο ερώτημα:

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό

Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό. Έχουν γραφεί πολλά. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Μιλούν για σκοπιμότητα, και σας μίλησα ήδη για τον Χριστιανισμό ως μειοψηφία. Ο δάσκαλός μας, ο μακαρίτης Ανδρέας Φυτράκης, το 1945 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο «Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής του» Μελετώντας όλες τις αρχαίες και τις νεότερες πηγές, υπογραμμίζει την τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τους μάρτυρες. Απεδέχετο πληρέστατα την περί μαρτυρείν και μαρτύρων θεολογία της Εκκλησίας και του απλού λαού του Θεού. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στους μάρτυρες, κατεσκεύασε δε μαρτύριον, τόπον συναγωγής λειψάνων – ήθελε να συναγάγει, να συγκεντρώσει τα λείψανα των αποστόλων – σ’ αυτό θα προχωρήσει ο Κωνστάντιος ο γιος του, δεν ετελεσφόρησε: έξι αποστόλων βρήκαν τα λείψανα – δεν είναι ανάγκη να σας απασχολήσω τώρα με αυτό, για να ταφεί μεταξύ των μαρτύρων.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί στον Ιορδάνη διότι έμαθε ότι ο Ιορδάνης έχει αγιαστικά ύδατα λόγω της εκεί Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού. Προσέξτε: κι αν βαπτίστηκε περί το τέλος της ζωής του, που δεν ήξερε ο Κωνσταντίνος πότε θα έρθει – όπως κανείς μας δεν ξέρει, εγώ δεν ξέρω αν θα βγω έξω από τη θύρα ζωντανός όρθιος και αν δεν πάω για να κηδευθώ στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Ο Κωνσταντίνος εφήρμοζε την πρακτική των Χριστιανών της εποχής του. Είναι παιδί της εποχής του. Θέτω ερώτημα σεβαστοί πατέρες και θεολόγοι, θέτω ερώτημα πολλές φορές στη σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, που κοινωνούσαν στην Αθήνα ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος; Πουθενά δεν κοινωνούσαν. Εκκλησιάζοντο εις τους αγίους Ισιδώρους που λέμε σήμερα, στο εκκλησάκι εκεί στο Λυκαβηττό, αλλά εβαπτίστηκαν γύρω στα τριανταδύο τους χρόνια. Εάν δεν γύριζαν από όλους τους πνευματικούς να αισθανθούν ότι προχωρούν στην κάθαρση της καρδιάς, δεν εβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ήταν κοινή συνήθεια. Ποιος ήταν ο πνευματικός του Κωνσταντίνου. Δεν ήταν ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Ήσαν φίλοι, γνωρίζωντο από την ειδωλολατρική του περίοδο. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε στις τελευταίες στιγμές από τον επίσκοπο Νικομηδείας – που ήταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης – να βαπτιστεί. Και λένε, μα πήρε βάπτισμα ειδωλολάτρη. Αφήστε τον Θεόν να κάνει αυτό που θέλει. Και θα σας πω γιατί ο Θεός κάνει αυτό που θέλει.

Όταν ο ένας δεν έχει συνείδηση ότι ο άλλος είναι ειδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δε μπορεί να γίνει γι’ αυτό το θέμα. Απλούστατα, ο Μέγας Κωνσταντίνος πνευματικό σύμβουλο είχε μια μεγάλη ασκητική μορφή της εποχής, τον όσιο Κορδούη. Με αυτόν συνελέγετο, με έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας, της Κόρδοβας της Ισπανίας, όσιος Κορδούης. Η Εκκλησία τον τιμά όχι γι’ αυτά τα οποία λέγουν συνήθως, όχι γιατί προσέφερε ευεργεσίες και λοιπά.

Για να καταλάβετε γιατί τον τιμάμε ως ορθόδοξο, ανοίξτε το μηναίο της 21ης Μαΐου για να δείτε τις ακολουθίες, τα τροπάρια που αναφέρονται στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Ελένη. Πρώτος λόγος: «ως ο Παύλος ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο.» Όταν ο απόστολος Πέτρος επήγενε εις τον Κορνήλιον, έλεγεν εις τον Χριστόν: «μα που να πάω;» που του εμφανήσθη σε όραμα. Και του έλεγε «α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου» - μη μολύνεις τα πράγματα που ο Θεός εκαθάρισε. Και όταν πήγε στον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο τον Ρωμαίο, τον βρήκε να έχει θεοπτικές εμπειρίες. Οπότε, τα είχε ετοιμάσει όλα ο ίδιος ο Θεός! Και τότε ο Πέτρος υποχώρησε και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, να βαπτίσει τον Κορνήλιο, που είχε χρόνο μπροστά του ζωής για να βαπτιστεί. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ο Μέγας Κωνσταντίνος, «ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο», όπως ο απόστολος Παύλος. Αυτό είναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μου έλεγε, μα είναι βέβαιο; Αφού φτάνει στα όρια του θρύλου, κι αυτό μολονότι έχουμε αρχαίες πηγές που μαρτυρούν το όραμα ή το θεοπτικό βίωμα που έζησε ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Εμένα με ενδιαφέρουν, σεβαστοί πατέρες, τα αγιολογικά κριτήρια της Εκκλησίας. Που στηριζόμαστε. Όχι βοήθησε, έδωσε, έχτισε καμπαναριά και ναούς και άλλα. Ξέρετε, η Ορθοδοξία σε αντίθεση με τον παπισμό, το λέγω γι’ αυτούς που δεν το ξέρουν, δεν αγιοποιεί κανέναν. Αγιοποίηση, παρακαλώ να ξεχαστεί ο όρος. Είναι βλασφημία. Δεν υπάρχει αγιο-ποίηση στην Ορθόδοξη, στους αγίου Πατέρες. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τι υπάρχει: αναγνώριση της αγιότητος. Ο Θεός με έκτατες επεμβάσεις, με λείψανα που ευωδιάζουν, που θαυματουργούν, με τα λείψανα και με τις θεοσημείες αυτές αποδεικνύει την επέμβασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμάμε τον υπό του Θεού διατηρηθέντα και αναγνωρισθέντα άγιο.

Το δεύτερο είναι, στην Κωνσταντινούπολη, οι ντόπιοι εκεί, έλεγαν και έψαλλαν ότι η λάρνακά του Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ιάματα. Εάν πάει κανείς στην Κέρκυρα, συγχωρήστε μου αυτή την αναφορά, και πει ότι η λάρναξ του Μεταλληνού βρύει ιάματα θα γελάσει ο κάθε ένας. Διότι όχι δεν πέθανα ακόμη αλλά διότι δεν είμαι άξιος να θεραπεύει το αγίασμα που βγαίνει από τον τάφο. Για να το λένε για τον Κωνσταντίνο δεν ξεγελιώνται οι ντόπιοι τουλάχιστον. Ο ιστορικός Σωζομενός λέγει πάλι για τον άγιο Σπυρίδωνα «τα δε θαυμάσια αυτού ίσασι... τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνα.

Και το τρίτον είναι ότι ο Κωνσταντίνος «εκράτηνε την πίστην της Νικαίας» Με το να επιτρέψει να συγκληθεί η Σύνοδος και να αποφασίζει η Σύνοδος, με τη Χάρη του Θεού ανεδείχθη εκείνος ο οποίος εκράτηνε, ισχυροποίησε πραγματικά την πίστην των Ορθοδόξων Πατέρων της Εκκλησίας. Για τον άγιο Σπυρίδωνα ενθυμείσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, και το σύμβολον επήρωσε.

Ο άγιος Σπυρίδων επικυρώνει με το θαύμα της κεράμου το σύμβολο. Ο Κωνσταντίνος απλώς κρατύνει την ορθόδοξον πίστιν, επειδή είχε την έμπνευσιν να αυτοκαταργηθεί από κύριος του κόσμου και να δεχθεί τον Συνοδικόν θεσμόν. Μια τελική κρίση, δυο λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Έχω κάνει μια σχετική μελέτη στον Παπαρηγόπουλο και γι’ αυτό το λόγο αναφέρομαι συχνά σ’ αυτόν.

Λέει ο Παπαρηγόπουλος: «και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα ο Κωνσταντίνος, αυτό δεν οφείλεται – απλουστεύω τη γλώσσα – σε αγριότητα της ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του, κανένα δε σεβάσθησαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Είναι απορίας άξιο όμως και θαυμασμού, ότι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου.» Αυτά λέει ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Ευχαριστώ.»

Στο ηχητικό βίντεο αγαπητοί αναγνώστες της «Αέναης επΑνάστασης» θ' ακούσουμε το ανωτέρω κείμενο από τον ίδιο τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, πρώην Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών.
*Σύντομο βιογραφικό Του π. Γ. Δ. Μεταλληνού

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1940 και περάτωσε εκεί την εγκύκλιο παιδεία του (1958). Σπούδασε κλασσική φιλολογία (1964-1967) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από όπου έλαβε τα πτυχία θεολογίας και Φιλολογίας. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, (1963-1965), διορίστηκε επιστημονικός βοηθός στην έδρα Πατρολογίας και το 1969 μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στην τότε Δυτική Γερμανία (Βόννη και Κολωνία), όπου έμεινε μέχρι το 1975. Ενδιάμεσα έκανε σπουδές και έρευνες αρχειακές στην Αγγλία. Το 1971 εισήλθε στις τάξεις του κλήρου στη Γερμανία και έγινε διδάκτωρ Θεολογίας (Αθήνα) και Φιλοσοφίας – Ιστορίας (Κολωνία).

Από το 1984 καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών διδάσκοντας «Ιστορία του Πνευματικού Βίου κατά την μεταβυζαντινή περίοδο», «Ιστορία και Θεολογία της Λατρείας» και «Βυζαντινή Ιστορία». Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής από 1/9/2004 έως 31/8/2007, οπότε και αφυπηρέτησε, διατελών πλέον ως Ομότιμος Καθηγητής.

Την ποιμαντική του δραστηριότητα αναπτύσσει στον πανεπιστημιακό Ναό του Αγίου Αντίπα στο χώρο της Οδοντιατρικής Σχολής.

†. Τρ 20-05-2008, ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ!

Το Πολιτικό Μανιφέστο του Αγίου Κωνσταντίνου (π.Κων/νος Στρατηγόπουλος)

Το Πολιτικό Μανιφέστο του Αγίου Κωνσταντίνου (π.Κωννος Στρατηγόπουλος) δια χειρός Ρένας Χριστοδούλου

Το Πολιτικό Μανιφέστο του Αγίου Κωνσταντίνου 
π.Κων. Στρατηγόπουλου Δρ. Θεολογίας και Οικονομικών

«Το Πολιτικό Μανιφέστο του Αγίου Κωνσταντίνου». Απομαγνητοφωνημένη ομιλία και το ηχητικό βίντεο του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στον Ιερό Καθεδρικό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Γλυφάδος, στις 20/5/2008. (floga.gr)

«Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, λαέ και άρχοντες του τόπου αυτού· λαέ που υπάρχεις για να κυριαρχείς και να άρχεις των παθών σου· άρχοντες που υπάρχετε για να άρχετε και του λαού και των παθών σας.

Πριν από τέσσερις-πέντε αιώνες πριν το Χριστό, ο δικός μας μεγάλος φιλόσοφος Πλάτωνας είχε πει μια ιδέα, γράφοντας τα δικά του πλατωνικά ιδεολογήματα στην ιδεατή πολιτεία του. Σκέφθηκε πως θα ήταν πολύ καλό - θα ήθελε πάρα πολύ - οι άνθρωποι ενός τόπου να είναι φιλόσοφοι. Θα ήταν καλύτερη, σίγουρα, η διοίκηση. Τέσσερις αιώνες μετά το Χριστό, ο Πλάτωνας διαψεύστηκε και ξεπεράστηκε. Ένας αυτοκράτορας δεν έγινε φιλόσοφος, έγινε άγιος.

Γιορτάζοντας σήμερα τη μνήμη του Αγίου Κωνσταντίνου μπορούμε να δούμε αυτή την προοπτική και να κάνουμε τη σύγκριση, με το πώς και γιατί ένας αυτοκράτορας έγινε άγιος, ποιες ήταν οι διεργασίες οι οποίες έγιναν πάνω του και, ακόμη περισσότερο, χρησιμοποιώντας το λόγο του και τα δικά του λεγόμενα, ποιο ήταν -να το πω με τη μοντέρνα λέξη- το δικό του πολιτικό μανιφέστο. Ας το αναφέρω σήμερα, για να καταλάβουμε όσο μπορούμε πιο ενδελεχώς ποια διεργασία συντελέστηκε πάνω του για να γίνει άγιος.

Το βασικό του αξίωμα μέσα από αυτό -όπως το είπα- το πολιτικό του μανιφέστο είναι το εξής· το λέει ο ίδιος: ποιος μπορεί να πετύχει το καλό αν δεν γνωρίζει την αιτία των καλών που είναι ο Θεός; Είναι πραγματικά συγκλονιστικό το ερώτημα. Πώς θα κάνεις καλό για το λαό σου αν δεν ξέρεις την αιτία του καλού και φυσικά καίρια θέση σ’ αυτό το δικό του μανιφέστο κατέχει η έννοια της ενότητας, έννοια που όλοι οι άρχοντες τη θέλουν και την επιθυμούν. 

Ποιο είναι το μοντέλο του Αγίου Κωνσταντίνου για την ενότητα; Λέει εκείνος «η ενότητα της Εκκλησίας είναι προϋπόθεση ευημερίας του κράτους». Αυτό είναι συγκλονιστικό, γιατί ένας φορέας ενότητας μόνο υπάρχει· είναι ο τριαδολογικός φορέας ενότητας που βιώνεται μέσα στην Εκκλησία, μέσα από το γεγονός του ένα και του τρία της Αγίας Τριάδας, όπου υπάρχει περιχώρηση, αγάπη και ταπείνωση. Χωρίς λοιπόν Εκκλησία και χωρίς ενότητα της Εκκλησίας, κράτος που έχει ενότητα δεν μπορεί να υπάρχει.


Κι αυτό το μανιφέστο του Αγίου Κωνσταντίνου αγγίζει τον πολιτικό τον λόγο. «Δεν είναι ούτε πρέπον ούτε θεμιτό να φιλονικείτε για μικρά και ασήμαντα πράγματα, ενώ έχετε την ευθύνη της καθοδήγησης του λαού, με συνέπεια να διχογνωμούν τόσοι άνθρωποι». Πολιτικός λόγος λοιπόν δε σημαίνει φιλονικία για τα ασήμαντα. Και ταυτόχρονα, αναφερόμενος στις προϋποθέσεις και το ήθος του λόγου, ξεπερνάει αυτό που λέμε εμείς σήμερα «ξύλινο» πολιτικό λόγο. Τέτοιες συζητήσεις προκαλούνται από την ανώφελη φλυαρία της αργίας. «Υπάρχει ο κίνδυνος ο λαός να περιέλθει σε κατάσταση βλασφημίας ή σχίσματος αν ο λόγος είναι περιττός» και όπως το λέμε εμείς σήμερα «ξύλινος». Και μπαίνει στην προοπτική και την ουσία της ποιότητας της διοικήσεως.

 Αναιρεί τη δικτατορική συμπεριφορά και ακόμη, όπως θα τη λέγαμε εμείς, τη δικτατορική «δημοκρατία». Λέει «διαφωνώ με την αλαζονική δύναμη, με την υβριστική συμπεριφορά των υπερηφάνων, με αυτούς που έχουν έπαρση, ανταποδίδω όμως τα δέοντα στους αγαθούς, στους ανεξίκακους, στους ταπεινούς». Και κάνει ένα άγγιγμα, θα τολμούσα να πω, στο ανύπαρκτο της πολιτικής ζωής -προσέξτε, στο ανύπαρκτο. «Ο καθένας από εσάς να συγχωρεί τον άλλο». Πόσο σπουδαίο θα ήταν μες στο χώρο του λόγου του πολιτικού και της πολιτικής διεργασίας να υπήρχε η λέξησυγχώρεση. Άγγιγμα λοιπόν στο ανύπαρκτο, κατά τα δεδομένα που βλέπουμε μπροστά μας.


Και ταυτόχρονα ανατρέπει τις προοπτικές και την πίστη των πολιτικών. Υπό ποια έννοια; Οι πολιτικοί πάντοτε πιστεύουν στο αύριο, εκείνος, ο Κωνσταντίνος ο Άγιος, πιστεύει στο Θεό. Γι’ αυτό τονίζει και λέει «περί της πίστεως σπουδάζομεν». Και πάλι επανέρχεται στην ενότητα. «Προσπαθώ να ενώσω την προς τα θεία διάθεση όλων των εθνών». Το εργαλείο μέσα από το οποίο θα επιτύχει την ενότητα των εθνών των οποίων άρχει -και είναι αυτοκράτορας πρώτα των παθών του και έπειτα του λαού- είναι ακριβώς το στοιχείο αυτό: η ενότητα μέσα στη θεία διάθεση. 

Ο άνθρωπος του πολιτικού μάρκετινγκ -θα λέγαμε- ή ο άνθρωπος του μυστικού οφθαλμού; Μια αναμέτρηση την οποία προβάλλει ο μέγας Κωνσταντίνος και άγιος. «Επιδιώκω να πραγματοποιήσω τη διοίκηση αυτού του τόπου με τον απόρρητο οφθαλμό της διανοίας», λέει. Ένα πολύ σπουδαίο στοιχείο. Όχι με πολιτικά διαγράμματα, όχι με πολιτικές ιδεολογίες, όχι με τη θεωρία των πολιτικών συστημάτων, αλλά με αυτή τη χάρη που του έδωσε ο Θεός μέσα του -σε κάθε άνθρωπο την έδωσε- για να λειτουργεί τα του Θεού. Αυτός ο μυστικός οφθαλμός.


Και θέτει μπροστά του και την έννοια της ενότητας· ποια είναι η προϋπόθεση της ενότητας. «Επανέλθετε λοιπόν προς τη μεταξύ σας φιλία και χάρη, αγκαλιάστε όλο το λαό και γνωριστείτε μεταξύ σας, αφού προηγουμένως καθαρίσετε την ψυχή σας». Βλέπετε; Η προϋπόθεση της ενότητας στο χώρο της οποιασδήποτε κοινωνικής ή πολιτικής διεργασίας είναι η κάθαρση των ψυχών - κι αυτό το γεγονός [είναι] τελείως απρόσιτο στα σημερινά δεδομένα. Κι αναφέρεται ο Άγιος Κωνσταντίνος στα κλειδιά του διαλόγου· τόσο απαραίτητος ο διάλογος σε τόπους δημοκρατικής διεργασίας. «Ας ζητήσει συγχώρεση όποιος κάνει βιαστικές ερωτήσεις ή δίνει βιαστικές απαντήσεις». Αλήθεια, πόσο σπουδαίο θα ήταν αυτό το στοιχείο για το χώρο και την έκφραση του σημερινού πολιτικού διαλόγου. Κι αγγίζει το μεγάλο· το πώς ένας άρχοντας αγγίζει το πρόσωπο του λαού. 


Την εποχή εκείνη υπήρχε η έννοια της χαράξεως του προσώπου, αν κάποιος καταδικαζόταν για κάποιο μεγάλο έγκλημα, ήταν εγεγγραμμένος, ήταν χαραγμένος. Όλοι καταλάβαιναν ότι αυτός ήταν καταδικασμένος, είχε το ποινικό του μητρώο αποτυπωμένο πάνω στο μέτωπό του. Με ένα νόμο του ο Μέγας Κωνσταντίνος απαγορεύει την παραμόρφωση του προσώπου των καταδίκων. Γιατί, όπως λέει εκείνος, το πρόσωπο του ανθρώπου δε στιγματίζεται ποτέ, αφού είναι εικόνα του ουρανίου κάλλους.

Όταν κινείται σε χώρους, διεργασίες κοινωνικές και στέλνει εκπροσώπους, ειδικά στα θέματα τα εκκλησιαστικά, συνηθίζει να στέλνει εκπρόσωπό του όχι οποιονδήποτε πολιτικό που έχει καριέρα, αλλά έναν άγιο, τον Όσιο -έτσι λεγόταν, το όνομά του ήταν Όσιος· Όσιος, επίσκοπος Κορδούης- της σημερινής Κόρδοβα της Ισπανίας. Ένας άγιος, ο οποίος αναγνωρίστηκε αργότερα άγιος, ο Όσιος Κορδούης, εκπροσωπεί αυτόν. 

Γι' αυτό λοιπόν, για τον κατευνασμό των παθών δεν χρησιμοποιεί πολιτικά πρόσωπα, αλλά πρόσωπα πνευματικά και αγίους. Και έρχεται, με τις κινήσεις που κάνει, η συντριβή της εννοίας της μονοκρατορίας. Η Ρώμη ολόκληρη ήταν μονοκρατορική. Ποτέ η Ρώμη -για πεντακόσια και χρόνια- δεν συγκάλεσε μια ευρύτερη σύνοδο που ξεπερνούσε τη μονοκρατορία. 

Όταν εκείνος συγκαλεί την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, υπόσχεται να είναι θεατής και ακροατής, όχι κυρίαρχος. Συντρίβει έτσι αυτό το μοντέλο που έχει την έννοια της μονοκρατορίας της Ρώμης. Καταργεί τη μονοκρατορία και ο δικός μας ιστορικός, ο Παπαρρηγόπουλος, τονίζει «η Ρώμη ουδέποτε συνεκάλεσε κοινή, πόλεων και εθνών, Σύνοδον». Και σ' αυτή τη Σύνοδο καλεί επισκόπους που δεν ανήκουν στο ρωμαϊκό κράτος· δέχεται την Εκκλησία που εκφράζει την οικουμενικότητα και παγκοσμιότητα, όχι το κράτος. Έτσι λειτουργεί μια αγαπητική παγκοσμιότητα, μέσα από το χώρο των ενωτικών δεσμών, των πνευματικών, που λειτουργεί η Εκκλησία. Και έρχεται ενάντιος στη σημερινή κερδοσκοπική παγκοσμιότητα· σήμερα το κέρδος είναι το στοιχείο της παγκοσμιότητας.


Καταργεί τους τύπους. Όταν εισέρχεται ως αυτοκράτορας στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, εισέρχεται χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς τιμητικές υποδοχές, χωρίς συνοδεία οπλιτών. Κάθισε στο ορισμένο κάθισμα, όταν του εδόθη και άδεια μάλιστα του εδόθη από τον πρόεδρο της Συνόδου. Κάνει έκκληση στο λαό του «χαρίστε μου λοιπόν ήσυχες μέρες και γαλήνιες νύχτες, ώστε στο εξής να μπορώ και εγώ να απολαύσω την ευχαρίστηση του καθαρού φωτός και την ευφροσύνη μιας ήσυχης ζωής».

Το πολιτικό του αύριο. Είναι σύνηθες το πολιτικό αύριο στους πολιτικούς και είναι συνηθισμένες οι προγραμματικές δηλώσεις. Είναι κάτι συγκλονιστικό. «Θα σταματήσω μέχρις ότου σταματήσει αυτός που προχωράει μπροστά μου και αυτός είναι ο Χριστός». Η ζωή του τελειώνει με μια προσευχή. Λέει στο Χριστό «σε παρακαλώ να είσαι πράος και ευμενής προς τους λαούς σου. Σε σένα αφιέρωσα την ψυχή μου μ’ άγιο έρωτα κι αγνό και σεβασμό. 

Επιθυμώ να ειρηνεύσει ο λαός σου [προσέξτε: ο λαός σου, όχι ο λαός μου] και να είναι αδιατάρακτος προς χάριν της κοινής ωφελείας όλων των ανθρώπων. Και αν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχιστεί η επίγεια ζωή μου και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στο Θεό».

Ο άγιος Κωνσταντίνος. Ο Μέγας Κωνσταντίνος. Το πολιτικό του -όπως είπα- μανιφέστο. Μια άλλη προοπτική στο χώρο της πολιτικής. Είναι μήπως η μοναδική προοπτική, η προοπτική της οποιασδήποτε πολιτικής διεργασίας στα μεγάλα σχήματα των κρατικών μεγεθών αλλά και στα μικρά σχήματα των ομάδων που διοικούμε και κυβερνούμε; Από ό,τι γνωρίζω, ο χώρος της πολιτικής δεν έχει προστάτη άγιο. Μήπως ήρθε η ώρα να αποκτήσει; Μήπως εκείνος είναι εκείνος που μπορεί μέσα από αυτά τα διδάγματα που τα έκανε βιώματα της ζωής του να λειτουργήσει την προστασία του παλινδρομούντος πολιτικού λόγου;» (floga.gr)

Στο ηχητικό βίντεο αγαπητοί αναγνώστες ακούμε το ανωτέρω κείμενο από τον ίδιο τον π.Κωνσταντίνο Στρατηγόπουλο όπου ομίλησε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Γλυφάδος, στις 20/5/2008. Καλή ακρόαση.


Επιμέλεια-τονισμοί: Σοφία Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση

†. Κυ 24-05-2012, ΕΚΛΟΓΕΣ 2012 - ΚΡΙΣΗ ΕΝΟΨΕΙ "ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ"!

Εκλογές και Νέα Εποχή (π. Κων.Στρατηγόπουλος)

Η βαρύτητα της ψήφου - Ν.Λυγερός 
Σκέψου πόσο είναι σημαντική
η βαρύτητα της ψήφου στη Γερουσία 
προτού ν’ αποφανθείς με ελαφρότητα 
σκεπτόμενος πως δεν πρόκειται
παρά για έναν ακόμη νόμο 
μέσα σε έναν κώδικα δίχως σημασία
ειδάλλως δεν θα αντιληφθείς 
παρά μόνον πολύ αργότερα
το λάθος σου όχι το πολιτικό 
μα ανθρώπινο μοναχά. 

ΕΚΛΟΓΕΣ 2012 ΚΑΙ «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ».
ΜΙΑ ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΜΠΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 
ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ».
του π.Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 
Δρ. Θεολογίας και Οικονομικών
Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

Ο π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος κάνει μια μνημειώδη αναφορά στην ευρωζώνη, το ευρώ, τις αδηφάγες τράπεζες ως μασωνοδαιμονικές δομές και στην δέουσα αντίδραση μας έναντι τους στις κάλπες.

Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα ομιλίας του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου που έγινε στα πλαίσια των κατηχητικών αναλύσεων της προς Τιμόθεον επιστολής του Αποστόλου Παύλου, στο χωρίο Κεφάλαιο 1, στίχοι 6-11, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικών Γλυφάδας, την Πέμπτη 24-05-2012. (floga.gr)

«Έχω και μία παρατήρηση. Για χίλιους λόγους, διάφοροι φορείς -οποιοιδήποτε- όλο αυτόν τον καιρό τρομοκρατούν το λαό μας, με διάφορους εκφοβισμούς. Και αυτός ο εκφοβισμός είναι διπλός. Ο ένας εκφοβισμός είναι τι θα γίνει αν θα φύγουμε από την ΕΟΚ και ο άλλος είναι τι θα γίνει αν δεν θα φύγουμε. 
Προσέξτε, κανένα από αυτά τα μεγέθη δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο εκφοβισμού. Θα το αναλύσω τώρα. Γιατί καλώ το λαό να είναι ελεύθερος. Και επειδή βρισκόμαστε σε μια καίρια καμπή της ιστορίας, που τώρα θα τη δηλώσω κατά τη γνώμη μου, και καλό είναι να πάρετε θέση, θέλετε δεν θέλετε, όχι μπροστά μου, στο νου σας.
Θέλω να σας τονίσω τα εξής. Πρώτα-πρώτα, η θέση μου για τα μνημονιακά είναι σαφέστατη, την έχω πει χίλιες φορές. Το είπα πριν από λίγο, το θεωρώ βαθύτατη προδοσία του λαού και του τόπου. Αυτό είναι δεδομένο. Αλλά αυτό δεν μου αρκεί. Αυτή είναι η βασική μου αντίδραση. Τι παρακάτω έχω να προσθέσω, για να προσέξει ο λαός. Κοιτάξτε, το δαιμονομασονικό κίνημα το οποίο διοικεί την Ευρώπη, όπως το λέω είναι -καθαρά έτσι- δεν είναι μια γενική ιστορία. 
Η Ευρώπη διοικείται από κατεξοχήν κέντρα μασονικά, πρόσωπα μασονικά· απόδειξη όλοι όσοι προβάλλονται μέσα από την ταραχή, τη βαβούρα, ως υπουργοί και πρωθυπουργοί των διαφόρων χωρών της Ευρώπης ανήκουν σε μασονικές λέσχες. Απόδειξη οι δύο τελευταίοι πρωθυπουργοί μας, δηλωμένοι επίσημα, μπασμένοι στο πράγμα. Είναι η ιστορία δηλαδή ότι μας διοικεί ένα σύστημα το οποίο θέλει την υποδούλωση του λαού βαθύτατα, σε συστήματα δαιμονικά. 
Τι σημαίνει αυτό τώρα; Τι είναι εκείνο το οποίο νοιάζει το λαό; Κοιτάξτε, κι αν ακόμη για μια στιγμή ξεφύγω από τη δουλεία του μνημονίου -που δεν μπορώ να ξεφύγω, με κυνηγάει συνέχεια γιατί είναι η δουλεία του εργάτη, όπως είπα πριν από λίγο, και δεν μπορώ να δεχτώ νοήμονα Έλληνα που δέχεται την υποδούλωση της Ελλάδος σε συστήματα, προσέξτε, τα οποία ούτε τα σκέφτηκε, σε συστήματα που δεν τα σκέφτηκε ποτέ. 
Δεν θα επικαλεστώ το άρθρο 120 του σημερινού Συντάγματος. Δεν θα το επικαλεστώ. Εγώ το Χριστό επικαλούμαι, αλλά απλώς θυμίζω ότι αυτό το άρθρο λέει ότι η τήρηση του Συντάγματος αυτού επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Δεν το επικαλούμαι, αλλά το λέει το Σύνταγμα, απλώς το θυμίζω, ήταν το παλιό 114, είναι στο άρθρο 20, όχι ως ακροτελεύτιο. Άρα εδώ υπάρχει μια επίκληση για τον πατριωτισμό των Ελλήνων. Πρέπει να αναλογιστεί ο καθένας πόσο έχει πατριωτισμό.

Τι θέλει για τη συνέχεια αυτού του τόπου. Αν αυτός ο τόπος προετοιμάζεται να ενταχθεί σε ένα γενικότερο σύστημα δαιμονομασονικό, όπως το αποκάλεσα υπεύθυνα -γιατί αυτά είναι τα κέντρα σήμερα, είναι αυτά τα κέντρα που λειτουργούν το σήμερα, τα οποία έχουν ως καίριο, προσέξτε δεν είναι τυχαίο, άξονά τους το τραπεζικό σύστημα. 
Μην ξεχνάτε την Αποκάλυψη ότι θα έρθει ένα σύστημα το οποίο θα είναι τελείως εγκλωβιστικό για τον άνθρωπο, δεν θα μπορεί ο άνθρωπος να σηκώσει κεφάλι και δεν θα μπορεί να ψωνίσει ή να αγοράσει. Όλα τα χρήματα σήμερα λειτουργούν μέσα από τις τράπεζες. Γι 'αυτό οι τράπεζες είναι τα καλά παιδιά της ιστορίας. Εν μέσω κρίσεως δεν ξέρω πόσα δισεκατομμύρια πήραν αυτό τον καιρό οι τράπεζες στην Ελλάδα, για να είναι τα καλά παιδιά αυτού του συστήματος. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.
Σημαίνει πως αυτή η Ευρώπη, με αυτό το ευρώ, είναι πουλημένη εκ προοιμίου. Κι εγώ συντασσόμενος μαζί τους, παίρνω την ευθύνη, έτσι νομίζω, η Ελλάδα να έρθει σε αυτό το σύστημα το οποίο ετοιμάζει την κόλαση και την πολιτεία του Αντιχρίστου. Εγώ έτσι νιώθω. Και νιώθω ότι πρέπει να το πω στο λαό του Θεού. Όποιος αντιδράσει, θα πονέσει. Αλλά εγώ ξέρω ότι σε αυτόν τον τόπο υπάρχει μια ιστορία αντιδράσεως και δεν ζητώ να αντιδράσετε σε οτιδήποτε. Να αντιδράσετε σε αυτό που σας είπα. Τι σας είπα; Δαιμονομασονοκρατία σας είπα και το λέω υπεύθυνα. 
Όλοι οι κεντρικοί φορείς αυτού του τόπου και της Ευρώπης είναι αυτοί και απεργάζονται αυτό το σχέδιο για την Ευρώπη. Η Ευρώπη, εγκλωβισμένη σε ένα παγκόσμιο δήθεν κράτος το οποίο εξυπηρετεί άλλα συμφέροντα με άξονα το τραπεζικό σύστημα, το οποίο αναφέρεται στην Αγία Γραφή, στην Αποκάλυψη. Εγώ δεν θα πάρω, ευχαριστώ.

Υπ' αυτή την έννοια, φυσικά δεν δέχομαι τα κόμματα τα μνημονιακά, δεν δέχομαι οποιονδήποτε θέλει η Ελλάδα να συνεχίζει μες στην Ευρώπη και στο ευρώ. Το φωνάζω επίσημα. Είναι κι αυτό πούλημα της Ελλάδας. Δεν μπορώ εγώ προσωπικά να συνεργήσω και να μην το πω στο λαό του Θεού ότι έχετε ευθύνη. Για το αύριο, το οποιοδήποτε τραγικό, δεν με φοβίζει η φτώχεια. Σας τρομοκρατούν με τη φτώχεια. Όχι, αυτός ο λαός έζησε και φτωχός. Αλλά εγώ κινούμαι μέσα απ᾽ την Ορθοδοξία μας. Σας τρομοκρατούν με τη φτώχεια κάθε μέρα. Αυτό σας λένε: τι θα πάθει η Ελλάδα. Η Ελλάδα θα ναι ελεύθερη, αλλά θα ναι πιο φτωχιά. Αν δέχεστε αυτή τη σύμβαση, μην πουλήσετε την Ελλάδα πια στις καρδιές σας, έχετε ευθύνη. Δεν μπορείτε να κρυφτείτε πια. Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό το πράγμα πια.

Έχετε ευθύνη για το αύριο της Ελλάδας αν παιχθεί αυτή η ιστορία του οποιουδήποτε Αντιχρίστου μέσα και από την Ελλάδα. Εμείς ως Έλληνες Ορθόδοξοι πρέπει να πούμε όχι. Δεν ξέρω τι θα πουν οι άλλοι. Άρα αντιδρώ και στα μνημονιακά και σε όσους χαϊδεύοντας και τα αυτιά των ψηφοφόρων, λένε είμαστε αντιμνημονιακοί, αλλά εμείς θα μείνουμε εκεί. 
Μας κοροϊδεύουν και αυτοί. Συγχωρέστε με. Εγώ δεν έχω να πω κάτι άλλο, αλλά ένιωσα σ' αυτή την τελευταία συνάντηση σήμερα -δεν ξέρω πως θα είμαστε τον Οκτώβριο- ένιωσα ότι πρέπει αυτό να το πω. Άλλο τίποτε δεν θα πω, δεν έχω να κάνω άλλο κήρυγμα, εγώ σωπαίνω, είπα ο,τι είπα, πείτε με ηλίθιο, πείτε με βλάκα, αλλά μπρος στην τρομοκρατία που σας κάνουν κάθε μέρα, εγώ δεν σας τρομοκρατώ, σας ελευθερώνω. 
Και θέλω ένα λαό που είναι στην Εκκλησία και είναι ελεύθερος και δεν τρέμει το φυλλοκάρδι του γιατί φοβάται τις καταθέσεις του, που θα κρύψει τα δικά του, που θα κρύψει ο,τι έχει. Εδώ δεν μπορείς να κρυφτείς πια. Το σύστημα είναι δαιμονιώδες. Τι θα ψηφίσετε θα πάρετε την ευθύνη του!» [Ακολουθούν οι ερωτήσεις...]

ΒΙΝΤΕΟ: «†. Κυ 24-05-2012, ΕΚΛΟΓΕΣ 2012 - ΚΡΙΣΗ ΕΝΟΨΕΙ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»!»

προς Τιμόθεον επιστολής του Αποστόλου Παύλου, στο χωρίο Κεφάλαιο 1, στίχοι 6-11

1 Παῦλος, ἀπόστολος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ κατ' ἐπιταγὴν Θεοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῆς ἐλπίδος ἡμῶν, 
2 Τιμοθέῳ γνησίῳ τέκνῳ ἐν πίστει· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. 
1 Παύλος, απόστολος του Χριστού Ιησού κατά διαταγή του Θεού σωτήρα μας και του Χριστού Ιησού, της ελπίδας μας, 
2 προς τον Τιμόθεο, γνήσιο τέκνο μου στην πίστη. Χάρη, έλεος, ειρήνη από το Θεό Πατέρα και το Χριστό Ιησού τον Κύριό μας. 
Προειδοποίηση κατά των ψευδοδιδασκάλων
3 Καθὼς παρεκάλεσά σε προσμεῖναι ἐν ᾿Εφέσῳ, πορευόμενος εἰς Μακεδονίαν, ἵνα παραγγείλῃς τισὶ μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν 
4 μηδὲ προσέχειν μύθοις καὶ γενεαλογίαις ἀπεράντοις, αἵτινες ζητήσεις παρέχουσι μᾶλλον ἢ οἰκονομίαν Θεοῦ τὴν ἐν πίστει· 
5 τὸ δὲ τέλος τῆς παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου, 
6 ὧν τινες ἀστοχήσαντες ἐξετράπησαν εἰς ματαιολογίαν, 
7 θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται. 
8 Οἴδαμεν δὲ ὅτι καλὸς ὁ νόμος, ἐάν τις αὐτῷ νομίμως χρῆται, 
9 εἰδὼς τοῦτο, ὅτι δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δὲ καὶ ἀνυποτάκτοις, ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς, ἀνοσίοις καὶ βεβήλοις, πατρολῴαις καὶ μητρολῴαις, ἀνδροφόνοις, 
10 πόρνοις, ἀρσενοκοίταις, ἀνδραποδισταῖς, ψεύσταις, ἐπιόρκοις, καὶ εἴ τι ἕτερον τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ ἀντίκειται, 
11 κατὰ τὸ εὐαγγέλιον τῆς δόξης τοῦ μακαρίου Θεοῦ, ὃ ἐπιστεύθην ἐγώ. 
3 Καθώς σε παρακάλεσα, όταν πορευόμουνα στη Μακεδονία, παράμεινε στην Έφεσο, για να παραγγείλεις σε μερικούς να μη διδάσκουν διαφορετικά 
4 μήτε να προσέχουν σε μύθους και σε γενεαλογίες απέραντες, οι οποίες προκαλούν μάλλον άσκοπες αναζητήσεις παρά βοηθούν τη διαχείριση του έργου του Θεού που βασίζεται στην πίστη. 
5 Ενώ ο σκοπός της παραγγελίας του Θεού είναι αγάπη από καθαρή καρδιά και συνείδηση αγαθή και πίστη ανυπόκριτη, 
6 στις οποίες μερικοί αστόχησαν και εκτράπηκαν σε ματαιολογία, 
7 θέλοντας να είναι νομοδιδάσκαλοι, χωρίς να καταλαβαίνουν μήτε αυτά που λένε μήτε για ποια πράγματα διαβεβαιώνουν. 
8 Ξέρουμε όμως ότι είναι καλός ο νόμος, αν κάποιος τον χρησιμοποιεί σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, 
9 ξέροντας αυτό: ότι για τον δίκαιο ο νόμος δεν τίθεται, αλλά για τους άνομους και για τους ανυπότακτους, για τους ασεβείς και για τους αμαρτωλούς, για τους ανόσιους και για τους βέβηλους, για τους πατροκτόνους και για τους μητροκτόνους, για τους φονιάδες, 
10 για τους πόρνους, για τους αρσενοκοίτες, για τους δουλέμπορους, για τους ψεύτες, για τους επίορκους και για ό,τι άλλο αντιτίθεται στην υγιή διδασκαλία, 
11 κατά το ευαγγέλιο της δόξας του μακάριου Θεού, το οποίο εμπιστεύτηκε σ’ εμένα. 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος: Τοιούτος ημίν έπρεπεν Αρχιερεύς (Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακή Γρηγορίου του Θεολόγου)

 



Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος: Τοιούτος ημίν έπρεπεν Αρχιερεύς (Αποστολικό Ανάγνωσμα  Κυριακή Γρηγορίου του Θεολόγου)
ΤΟΙΟΥΤΟΣ  ΗΜΙΝ  ΕΠΡΕΠΕΝ  ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Κυριακή Γρηγορίου του Θεολόγου
(Εβρ. ζ' 26 - η' 2) 
Ο κατ' εξοχήν Αρχιερέας τής σωτηρίας μας που αποτελεί και την κεφαλή τής Εκκλησίας μας είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Τα προσόντα τού αιωνίου αυτού αρχιερέως παρουσιάζει στους πιστούς αναλυτικά ο θείος Απόστολος μέσω του αποστολικού αναγνώσματος της προς Εβραίους επιστολής που θα αναγνωστεί στους Ιερούς μας ναούς.
Με κατάνυξη και προσοχή ας παρακολουθήσουμε τον θεοκίνητο συγγραφέα.
Γράφει λοιπόν ότι ο αιώνιος αυτός Αρχιερεύς που μας έπρεπε είναι “όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών”. Ο Κύριος υπήρξε Όσιος, δηλ. εξ' ολοκλήρου αφοσιωμένος εις τον Θεό Πατέρα και απολύτως άγιος. Επίσης είναι και ως άνθρωπος άκακος, αλλά και αμίαντος. Απαλλαγμένος δηλ. από τον οποιοδήποτε μολυσμό και το παραμικρό ίχνος πονηρίας. Αυτήν ακριβώς την αλήθεια εκφράζει και ο πρ. Ησαΐας όταν τονίζει ότι “ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού” (Ησ. νγ' 9). Και φυσικά ο Χριστός ως αναμάρτητος ουδένα δεσμόν είχε προς την ανθρωπίνη αμαρτωλότητα, γι' αυτό και ήταν “κεχωρισμένος από των αμαρτωλών”. Ναι, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός υπήρξε αμίαντος αν και ανέλαβε αφ' εαυτού την δική μας ενοχή. Την ενοχή όλου τού γένους των ανθρώπων απ' αρχής έως τέλους.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στη συνέχεια ο Απόστολος έρχεται να μας τονίσει την συγκλονιστική αλήθεια ότι Αυτός ο αναμάρτητος Μέγας Αρχιερεύς προσέφερε εκουσίως τον εαυτόν του θυσίαν υπέρ τού λαού. Τώρα πλέον δεν βρισκόμαστε μόνοι στον ανηφορικό και κάποιες φορές δύσκολο δρόμο τού αγώνος. Αποτελούμε δια της πίστεως εν τη εκκλησία τον λαόν τού Θεού που πορεύεται πίσω από τον αρχιερέα του προς τον προορισμόν του που δεν είναι άλλος από αυτήν την αγιότητα. Σύσσωμοι πλέον δια της κιβωτού τής σωτηρίας, δηλ. της ορθοδοξίας μας, πλέουμε προς τον ακύμαντο λιμένα τής βασιλείας των ουρανών. Όσο κι αν λυσσά ο διάβολος, όσο κι αν μας κυκλώνουν οι ποικίλοι πειρασμοί, στις καρδιές μας έχουν χαραχθεί τα λόγια τού παρθένου και ηγαπημένου μαθητού: “Γράφω υμίν, τεκνία, ότι αφέωνται υμίν αι αμαρτίαι διά το όνομα αυτού. Γράφω υμίν, πατέρες, ότι εγνώκατε τον απ΄αρχής. Γράφω υμίν, νεανίσκοι, ότι νενικήκατε τον πονηρόν. Έγραψα υμίν, παιδία, ότι εγνώκατε τον πατέρα. Έγραψα υμίν, πατέρες, ότι εγνώκατε τον απ΄αρχής. Έγραψα υμίν, νεανίσκοι, ότι ισχυροί εστέ και ο λόγος τού Θεού εν υμίν μένει και νενικήκατε τον πονηρόν” (Α' Ιωάν. Β' 12-14).
Βιώνοντας την Θεία Λειτουργία σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη, οι πιστοί αναζωπυρώνουμε την μεγάλη αυτή αλήθεια. Την αλήθεια ότι ο Χριστός ως Μέγας Αρχιερεύς προσέφερε ο ίδιος όχι κάποιο άλλο θύμα, αλλά τον εαυτό του. Θυσίασε τον εαυτό του για να εξιλεωθούν οι αμαρτίες μας, αρκεί εμείς οι ίδιοι να προσοικειωθούμε την μοναδική Του αυτή θυσία που ζούμε ως εκκλησιαστικό σώμα συμμετέχοντας στη Θεία Λατρεία δια του Ιερού μυστηρίου τής Θείας Ευχαριστίας.
Και θα ολοκληρώσει ο Απόστολος με Ιερό ενθουσιασμό ότι μετά από αυτή την ανυπέρβλητη θυσία Του, ο Κύριος “εκάθισεν εν δεξιά τού Θρόνου τής μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς”. Μετά τον οδυνηρόν θάνατον επί του σταυρού, έρχεται ο θρίαμβος. Μετά την αρχιερατική του προσφορά έρχεται η αιώνιος βασιλεία και κυριαρχία. Τώρα πλέον το έργο του συνεχίζει εκ δεξιών τού Πατρός. Συνεχίζει το έργο τής αρχιερατικής μεσιτείας Του για τους πιστούς που αποτελούν την εκκλησία Του. Τώρα ο Κύριος πρεσβεύει για εμάς, “εντυγχάνει υπέρ ήμών” προς τον Πατέρα. Παρακαλεί για τους αγώνες, τις αγωνίες και τις θλίψεις που δοκιμάζουμε όσο βρισκόμαστε στον κόσμο τούτο. Και για να μην τα χάνουμε όταν μας κυκλώνουν “αι του βίου ζάλαι ώσπερ μέλισσαι κηρίον” θα τονίσει και πάλι ο επιστήθιος μαθητής: “Τεκνία μου, ταύτα γράφω υμίν ίνα μη αμάρτητε· και εάν τις αμάρτη, παράκλητον έχομεν προς τον πατέρα, Ιησούν Χριστόν δίκαιον και αυτός ιλασμός εστι περί των αμαρτιών ημών, ου περί των ημετέρων δε μόνον, αλλά και περί όλου τού κόσμου” (Α' Ιωάν. Β' 1-2).
Ενώ οι της στρατευομένης Εκκλησίας πιστοί προσβλέπουμε στην αρχιερατική μεσιτεία τού Κυρίου Ιησού Χριστού, βαδίζοντας την στενή αλλά και ευλογημένη οδόν τής πίστεως, η θριαμβεύουσα εν ουρανοίς εκκλησία, αντηχεί έως της γης τις προσευχές των αγίων οι οποίοι “άδουσιν ωδήν καινήν λέγοντες· άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ ημάς εν τω αίματί σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους” (Αποκ. Ε' 9).
Ο Χριστός λοιπόν είναι ο αιώνιος Ιερεύς, πάντοτε ζων, γι' αυτό και “απαράβατον έχει την ιερωσύνην” (Εβρ. Ζ' 24). Το “απαράβατον” τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η Ιερωσύνη τού Χριστού δεν μεταδίδεται και σε άλλα πρόσωπα όπως φρονούν και διδάσκουν οι κακόδοξοι του προτεσταντικού κόσμου. Τούτο σημαίνει ότι ο Χριστός δεν έχει διαδόχους στην ιερωσύνη, έχει όμως αντιπροσώπους στην ιερωσύνη. Πρόσωπα δηλ. τα οποία μετέχουν της ιερωσύνης τού Χριστού με πρώτους απ' όλους τους Αγίους Αποστόλους οι οποίοι αφήνουν διαδόχους και αυτό βεβαίως θα συνεχίζεται έως τα τέλη των αιώνων. Όπως δηλ. οι πρεσβευτές δεν είναι διάδοχοι ενός βασιλέως ή προέδρου δημοκρατίας, αλλ' αντιπρόσωποι αυτού σε διάφορες χώρες, έτσι και οι Ιερείς δεν είναι διάδοχοι της ιερωσύνης τού Χριστού, αλλά αντιπρόσωποι αυτής της ιερωσύνης. Και ότι  έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό το βλέπει κανείς σε πλείστα όσα σημεία της Αγίας Γραφής και ταυτοχρόνως το βιώνουμε στην ζωντανή Αποστολική παράδοση που κατέχει αδιασπάστως και μοναδικά η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.  
Αλλά τα δόγματα και οι μεγάλες αλήθειες συνακολουθούνται και από τον ορθό τρόπο ζωής. Ένα δε τέτοιο φωτεινό παράδειγμα μέσα στην Εκκλησιαστική Ιστορία είναι και ο σήμερα εορταζόμενος και τιμώμενος Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Κατέστη δοχείον χρυσόν τού Αγίου Πνεύματος και ανεδείχθη βαθύς δογματικός, δεινός κήρυξ, απολογητής, ερμηνευτής σπουδαίος και ιδίως Θεολόγος με την απόλυτη έννοια. Επίσης, στύλος τής Εκκλησίας και ιεράρχης Μέγιστος, ο οποίος δια του “ποιμενικού αυλού της θεολογίας του τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας”!
Είθε, η αγία του μορφή να καθοδηγεί το ποίμνιο και ιδίως τους ποιμένες στην δύσκολη εποχή που διανύουμε. Το δε χριστεπώνυμον πλήρωμα να δέεται εκτενώς ώστε σε κάθε περίπτωση εκλογής νέων αρχιερέων, μυριόστομως να αναπέμπεται η ευχαριστία “τοιούτος ημίν έπρεπεν αρχιερεύς”.
Αμήν. 

Αρχιμ.  Ιωήλ  Κωνστάνταρος
Mail:
ioil.konitsa@gmail.com 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Ο Άγιος Παΐσιος στο ψηφοδέλτιο του Θεού!


Ποιες ειδήσεις, ποιοι υποψήφιοι, ποιες δημοσκοπήσεις, ποιες συμμαχίες, ποιες εκλογές…..
Θεωρώ πως δεν είναι τυχαίο.
Νομίζω πως είναι μία από τις απαντήσεις του Θεού στην έπαρση των ανθρώπων που παλεύουν να μας πείσουν πως αυτοί θα το κάνουν καλύτερα, αυτοί θα μας σώσουν στα σίγουρα, ενώ όλες τους οι κινήσεις δείχνουν πως μία καρέκλα είναι το κοινό τους ιδανικό!
Ακριβώς την ώρα που χρειαζόμαστε τα θαύματα, αυτός ο -κατά κόσμον- φτωχός Γέροντας (που και οι πιο άσχετοι με τα θρησκευτικά πράγματα τον γνωρίζουν από τις συνεχείς θαυματουργικές του παρεμβάσεις, που διαρκώς γίνονται γνωστές) ανακηρύχθηκε χθες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, Άγιος.
Κοντά στους άλλους, έχουμε πλέον και τον Άγιο Παΐσιο.
Φίλος μας από παλιά….
Αξιωθήκαμε να έχουμε εμπειρία της αγιοσύνης του από τον τρόπο που βημάτισε στη ζωή μας, όταν τον επικαλεστήκαμε.
Και τώρα Φίλε μου που θα γίνεις αγιογραφία, που θα χτιστούν ναοί στο όνομά σου και που παιδιά θα βαφτίζονται Παΐσιοι, έλα να τους δώσεις να καταλάβουν πόσο είναι ασήμαντοι και πόσο μέσα από την ταπείνωση περνάει η μεγαλοσύνη.
Πως ετούτος είναι μεγάλος και τρανός (μετρημένος με τα μέτρα του Θεού) το ξέραμε. Το ότι το Αφεντικό επέτρεψε να γίνει η επίσημη αγιοκατάταξη σε μέρες που ο κόσμος τρέχει δεξιά κι’ αριστερά «σαν τα τρελά πουλιά» (όπως θα έγραφε και η Μαρία Ιορδανίδου) είναι για να καταισχυνθούν οι σοφοί του κόσμου καθώς «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση, όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού.» (Α΄Κορ.1,21-29).
Αυτό σε ελεύθερη μετάφραση θα πει πως ο Θεός διάλεξε αυτούς που ο κόσμος θεωρεί μωρούς, λίγο χαζούληδες ίσως, για να καταντροπιάσει τους σοφούς. Και εξέλεξε όσους ο κόσμος θεωρεί ανίσχυρους για να ντροπιάσει τελικά εκείνους πού έχουν κοσμική δύναμη και διάλεξε ο Θεός εκείνους πού έχουν άσημη καταγωγή και τους περιφρονημένους κι εκείνους πού τους θεωρούν τόσο τιποτένιους σαν να μην υπάρχουν καν, για να καταργήσει όσους θαρρούν πώς είναι κάτι. Και τούτο για να μην μπορεί να καυχηθεί ενώπιον του Θεού κανείς απολύτως.
Τούτος λοιπόν ο γεροντάκος που έζησε μόνος, κουρελής, με μόνη συντροφιά τα φίδια που τον …σέβονταν και τον υπάκουαν και μόνη παράκληση τις επισκέψεις αγίων αλλά και του ίδιου του Χριστού και της Παναγιάς, έλιωσε από τον καρκίνο δοξάζοντας τον Κύριο και τώρα παίρνοντας (και) τα κοσμικά εύσημα των κόπων του, γίνεται πρότυπο για όσους δεν βολεύονται με τα ελάχιστα της μωροφιλοδοξίας και της ανθρώπινης αναγνώρισης.
Ο γερο Παΐσιος μας δείχνει τον δύσκολο αλλά υπέροχο δρόμο της ευτυχίας για πάντα και οι δυνατοί της ημέρας τρώνε την σκόνη του καθώς αυτός είναι λουσμένος στο Φω,ς την ίδια ώρα που αυτοί ανακατεύουν τον Άδη με τα κόκαλα (όπως έλεγε ένας κεκοιμημένος γέροντας, που με είχε τιμήσει με την αγάπη του).
Είμαστε καλύτερα τώρα…..Δείχνει σημάδια ο Θεός.
Και μεις οι ξεχασιάρηδες της δύναμής Του, παίρνουμε τα πάνω μας, ξαναθυμόμαστε πως το «παιχνίδι» δεν παίζεται παρά στο.. ψηφοδέλτιο του Αφεντικού όπου έχουμε ακόμη έναν, πλέον, της μεγάλης Του βουλής Άγιο.
Όσο πληθαίνουν οι Φίλοι του ουρανού, τόσο λιγότερο φοβόμαστε αυτούς που υποκρίνονται τους φίλους μας εδώ. Ό,τι και να (μας) κάνουν είναι λίγο και για λίγο, καθώς λίγες είναι οι δυνατότητες των κακών και πρόσκαιρη η εξουσία που τους επιτρέπει το Αφεντικό είτε για να μας παιδαγωγήσει για την αποστασία, είτε για να τονίσει την αντίθεση με την ομορφιά της Εδέμ.
Παράξενα όλα ετούτα τα γραφόμενα, θα πει κάποιος….Και ίσως να είναι.
Έλα όμως που εγώ θεωρώ πως η σημαντικότερη είδηση της προεκλογικής περιόδου είναι η ένταξη του Παϊσίου στο αγιολόγιο και βέβαια ψηφίζω Παΐσιο καθώς τον θεωρώ μεγάλο πρεσβευτή και μεγάλο μέσον!
Άγιε του Θεού, πρέσβευε και για τούτη την πατρίδα.
Την αγάπησες πολύ και προφήτεψες γι’ αυτήν. Θυμάσαι;
 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Βασίλειος Τ. Γιούλτσης - Ομ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


22 Μαΐου 2012
Είναι δύσκολο ν’ αναλύσει κανείς με λόγια και μάλιστα σε περιορισμένα χρονικά όρια το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτή η συγκλονιστική πραγματικότητα, που κλείνει μέσα της την πανανθρώπινη σωτηρία, είναι τόσο ανθρώπινη όσο κι εμείς και τόσο θεία όσο κι ο ίδιος ο Θεός, που την άγιασε με το αίμα του. Γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται θεανθρώπινη κοινωνία, γιατί είναι το μοναδικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος ως πρόσωπο αποκτά τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον προσωπικό Θεό. Η επικοινωνία αυτή, που πραγματοποιείται μέσα στο χώρο των μυστηρίων, με τη χάρη του Θεού μεταμορφώνει, αγιάζει και σώζει τον άνθρωπο. Έτσι η Εκκλησία χαρακτηρίζεται «κιβωτός σωτηρίας», «σώμα Χριστού», «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί κλείνουν το περιεχόμενο μιας ιδιόμορφης κοινωνικής πραγματικότητας, όπου εντάσσονται οι μεταξύ Θεού και ανθρώπων σχέσεις, ενώ παράλληλα εξομαλύνονται οι διανθρώπινες αντιθέσεις.
Οι παραπάνω αλήθειες αποκαλύπτουν πίσω από τη σχέση προσώπου και Εκκλησίας την πνευματικότητα, ως αναγκαιότητα της επικοινωνίας μας με το Θεό, και την κοινωνικότητα ως εσωτερική παρόρμηση της φύσης μας για τη συνάντηση με τον πλησίον. Στην πνευματικότητα υπάρχει η κατακόρυφη τάση της ανθρώπινης ψυχής να βρει τον πλάστη και δημιουργό της, και στην κοινωνικότητα η οριζόντια κίνηση της αγάπης για το συνάνθρωπο, που είναι κι αυτός εικόνα του δημιουργού.
Μόνο μέσα στις παραπάνω διαστάσεις δικαιολογείται η ύπαρξη της Εκκλησίας. Έξω από τις διαστάσεις αυτές χάνει τη θεανθρώπινη φύση της και μεταβάλλεται μονομερώς ή σε θρησκευτική σκοπιμότητα ή σε σωματειακή εκδήλωση ή ακόμα και σε κοινωνικό σύστημα. Η μετατόπιση αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε ανθρώπινες αντιλήψεις και εκφράζει συνήθως την πνευματική μας κενότητα. Γιατί στο βάθος η Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα. αναλλοίωτο και ακλόνητο, ενώ οι ανθρώπινες υπερβάσεις έχουν το χαρακτήρα της παροδικότητας κι αποκαλύπτουν εσφαλμένες ερμηνείες και απόψεις πάνω στο μυστήριο της σωτηρίας μας.
Στην εποχή μας. όπως φυσικά και σε κάθε εποχή, το μυστήριο της Εκκλησίας είδε περίεργες και παράλογες ερμηνείες. Κι αυτό γιατί άλλοτε η αμάθεια άλλοτε η ολιγομάθεια κι άλλοτε η προχειρομάθεια σε συνδυασμό με αβαθή πίστη βιάστηκαν να διακηρύξουν ότι κατανόησαν το μυστήριο της Εκκλησίας και άρχισαν να προσχωρούν σε πρωτοβουλίες ή ενέργειες που συνήθως οδηγούν σε αδιέξοδο. Έτσι παρατηρήθηκαν πολλές φορές φαινόμενα, που πλήγωσαν τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και ταυτόχρονα αποκάλυψαν πως η συνείδηση αυτή εκφράζει και ζει την ίδια αλήθεια, που έζησαν παλιότερες χριστιανικές εποχές από την ημέρα της Πεντηκοστής μέχρι σήμερα.
Το γεγονός αυτό μαρτυρεί πως πάνω από τα σφάλματά μας, τις φιλοδοξίες και τις προχειρότητες η Εκκλησία παραμένει αναλλοίωτη και αμετακίνητη στη συνείδηση του πληρώματός της, στη συνείδηση κλήρου και λαού στο σύνολό τους. Μια τέτοια διαπίστωση μπορεί να βοηθήσει τον πιστό να ξεχωρίσει πίσω από το ανθρώπινο στοιχείο, που μπορεί να σφάλλει ή να υπερβάλλει, το θείο στοιχείο της Εκκλησίας, που μένει πάντοτε ασφαλές και αιώνιο, κι είναι γι’ αυτό δείκτης πορείας στο ανθρώπινο στοιχείο.
Η Εκκλησία είναι θείος θεσμός, που όμως στρέφεται και αγκαλιάζει τον άνθρωπο με αποκλειστικό σκοπό τη σωτηρία του, συνδέοντάς τον μυστηριακά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Κατά συνέπεια κάθε ενέργεια, κάθε πράξη, κάθε δραστηριότητα, αλλά και κάθε προοπτική μέσα στο χώρο της Εκκλησίας πρέπει ν’ αποβλέπει στον παραπάνω σκοπό, δηλαδή στη σωτηρία και την ανακαίνιση του ανθρώπου. Με βάση λοιπόν το κριτήριο αυτό μπορεί ο καθένας να προσδιορίσει τις πραγματικές προθέσεις του απέναντι στην Εκκλησία, αλλά κυρίως τις προσδοκίες ή τις απαιτήσεις του απ’ αυτήν. Το ίδιο κριτήριο αποκαλύπτει τήν αυθεντικότητα και τη γνησιότητα οποιουδήποτε μέλους της Εκκλησίας είτε ανήκει στο λαό της, είτε ακόμα και στον κλήρο της. Έτσι ο σκοπός της Εκκλησίας, ενώ προσδιορίζει τη φύση της, καθορίζει και την νέα διάσταση μέσα στην οποία βλέπει τον άνθρωπο, που με τη σειρά του κι αυτός οφείλει ως συνειδητό μέλος της να τοποθετηθεί.
Βλέπουμε λοιπόν πως η Εκκλησία είναι κάτι άλλο από θρησκευτική σκοπιμότητα με έστω ηθικιστικούς στόχους. Είναι κάτι έξω από φιλοδοξίες, πειραματισμούς, επαγγελματισμούς ή ενθουσιαστικά παραληρήματα· πολύ περισσότερο έξω από μια τάση εξευρέσεως λύσεων για τα κοινωνικά ή πολιτικά προβλήματα, που στέκουν με τραχύτητα μπροστά στον άνθρωπο, αλλ’ είναι έξω από τη σωτηρία του. Σκοπός της Εκκλησίας, όπως είπαμε, είναι η σωτηρία κι η ανακαίνιση του ανθρώπου. Είναι η μεταμόρφωσή του σε πνευματική αξία, σε πρόσωπο, όταν ο άνθρωπος γίνει αξία, γίνει πρόσωπο, τότε αμέσως με τη νέα του υπόσταση βρίσκει τη λύση για κάθε πρόβλημα χωρίς να χρειαστεί παρέμβαση της Εκκλησίας. Αυτή η έμμεση ενέργεια της Εκκλησίας πάνω στην κοσμική πραγματικότητα τη βοηθά να παραμένει αδέσμευτη από καταστάσεις και σχήματα, που διαρκώς μεταβάλλονται και εναλλάσσονται, ενώ η ίδια είναι αιώνια και αμετάβλητη.
Η Εκκλησία είναι χώρος της χάρης και παράλληλα περιοχή αγώνα για την προσωπική τελείωση. Η τελείωση όμως αυτή αντιμετωπίζει έναν οξύτατο προβληματισμό κυρίως με αφορμή τις γνωστές τάσεις της αμαρτίας, που εμποδίζει το σπάσιμο του ατομισμού και την έξοδο του προσώπου στη σφαίρα του κοινωνικού, στη συνάντηση του πλησίον. Έτσι η έξοδος και η προσέγγιση αυτή εμποδίζεται από την αμαρτία, που βασικά πρέπει να ξεπεράσει ο άνθρωπος προκειμένου να τελειώσει, ν’ ανακαινιστεί, να γίνει πρόσωπο. Αυτό το ξεπέρασμα, η ανακαίνιση, και η τελείωση είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της χάρης που προσέγγισε ο άνθρωπος μέσα στις διαστάσεις της Εκκλησίας.
Κατά συνέπεια η Εκκλησία είναι η μοναδική χορηγός της θείας χάρης μέσα στον κόσμο. Είναι ακόμα η νέα κοινότητα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις εξαγιάζονται γιατί ο όρος «πλησίον» αποκτά την πραγματική του σημασία και η προσέγγισή του γίνεται αφορμή ανόδου, τελείωσης και αγιασμού.
Για να κατανοήσουμε τη νέα αυτή πραγματικότητα πρέπει να αντιληφθούμε ότι στη χριστιανική θεολογική ορολογία ο όρος «πλησίον» είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ο ίδιος όρος έξω απ’ αυτήν. Συγκεκριμένα ενώ στον προχριστιανικό κόσμο πλησίον ήταν ο γείτονας ή έστω ο ομόφυλος και ο ομόθρησκος, στο Χριστιανισμό πλησίον είναι ο οποιοσδήποτε ανεξάρτητα από την ομολογιακή, φυλετική, πολιτική, κοινωνική, επαγγελματική, εθνική ή άλλη σχέση ή διαφορά από το βαπτισμένο πιστό. Είναι ο κάθε άνθρωπος ως εικόνα του Θεού. Το να μπορέσει λοιπόν κανείς να αφαιρέσει όλα αυτά τα πρόσθετα συμβατικά σχήματα και εμπόδια, που δημιουργούν φραγμούς στην προσέγγιση του πλησίον και να δει κάτω απ’ αυτά την εικόνα του Θεού, είναι μια συγκλονιστική νίκη, ένα γιγαντιαίο άλμα προς την αρετή. Η νίκη αυτή πρέπει να θεωρηθεί κριτήριο αυθεντικότητας του πιστού ως μέλους της Εκκλησίας, γιατί αποκαλύπτει ταυτόχρονα βίωση πνευματικότητας και κοινωνικότητας με την έννοια της αποδοχής του θελήματος του Θεού και την εκδήλωση της αγάπης για τη συνάντηση του πλησίον.
Με άλλα λόγια για να είναι κανείς πραγματικό μέλος της Εκκλησίας, δηλαδή αναγεννημένο πρόσωπο πρέπει να ζει ταυτόχρονα την εμπειρία της επικοινωνίας με το Θεό και την κοινωνία της αγάπης με τον πλησίον. Κι αυτά τα δυό εκφράζουν το μυστήριο της σωτηρίας, που γίνεται πραγματικότητα με τη θέληση και την ελεύθερη προσέγγισή μας στη χάρη. τη θυσία, τον αγώνα και την αγιότητα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σταθούμε για λίγο. Από παλιά κυκλοφορεί μια πολύ γνωστή παρεξήγηση γύρω από το θέμα της ελευθερίας μέσα στο χώρο της θρησκευτικότητας και πιό συγκεκριμένα μέσα στα πνευματικά πλαίσια της Εκκλησίας. Υποστηρίζεται δηλαδή πως η Εκκλησία επιβάλλει στον άνθρωπο κανόνες και διατάξεις, που προοδευτικά τον μεταβάλλουν σε δούλο μιας αναγκαιότητας, από την οποία είναι αδύνατο να αποδεσμευτεί. Μια ακραία μάλιστα θέση έφθασε να χαρακτηρίσει την Εκκλησία ανασταλτικό παράγοντα στην ανθρώπινη πρόοδο, υποστηρίζοντας ανοιχτά πως «η θρησκεία είναι όπιο των λαών».
Μια τέτοια αντίληψη είναι φυσικό να καταλήγει σε άρνηση κι ακόμα φυσικότερο σε διωγμό της Εκκλησίας. Έτσι ξέρουμε τι έγινε σε ορισμένα κοινωνιστικά καθεστώτα, που ξεκινώντας από την παρεξήγηση έφθασαν σε φρικώδεις διωγμούς και ανελέητες υπερβάσεις κατά της Εκκλησίας. Αν βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους ανακαλύπτουμε πίσω από την παρεξήγηση μια ενστικτώδη αντίδραση των συστημάτων κατά της Εκκλησίας, που ιδιαίτερα κήρυξε την ελευθερία του ανθρώπου και γι’ αυτό το κήρυγμά της γίνεται πρόκληση και έλεγχός τους. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι σήμερα τα μόνα συστήματα και καθεστώτα, που πολέμησαν και χτύπησαν την Εκκλησία ήταν κατά κανόνα ολοκληρωτικά, δηλαδή αντίθετα στην ανθρώπινη ελευθερία. Είναι λοιπόν δυνατό να έχει δίκιο εκείνος που δεν πιστεύει στο δίκαιο, και να εμφανίζεται υπέρμαχος της ελευθερίας εκείνος, που την αλυσόδεσε φρικιαστικά;
Το ίδιο ισχύει και γι’ αυτούς, που χωρίς μια ουσιαστική τοποθέτηση σ’ ένα σύστημα, αλλά μόνο με την επίδραση ρευμάτων της σύγχρονης εκκοσμίκευσης αντιμετωπίζουν την Εκκλησία ως θεσμό παρωχημένης εποχής και τη θρησκευτικότητα ως δεσμευτικό πλέγμα καταπιεσμένων προσωπικοτήτων. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε αντίδραση για κάτι που ενοχλεί, αλλά περιφρόνηση για κάτι που δεν μπορεί να κατακτηθεί γιατί λείπουν οι δυνάμεις, η θέληση και ο ηρωισμός.
Η Εκκλησία είναι χώρος ηρωισμού. Κι ο ηρωισμός δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι μια πάλη, μια θυσία για χάρη της ιδέας που συναρπάζει, που πυρπολεί, που ανακαινίζει και μεταμορφώσει το άτομο σε πρόσωπο. Τέτοιος ηρωισμός χαρακτηρίζει τα εκατομμύρια των αγίων και των μαρτύρων της Εκκλησίας. Και θα ήταν μεγάλη αφέλεια να ισχυριστεί κανείς ότι τα εκατομμύρια εκείνα πίστεψαν σε μια πλάνη, που τους έστειλε στον τάφο. Η θυσία εκείνη τους ύψωσε στην αιωνιότητα και τους επέβαλε ως φωτεινούς δείκτες στο στερέωμα της ιστορίας.
Δεν είναι λοιπόν η ένταξη στην Εκκλησία δουλική αποδοχή τυραννικών αρχών και κανόνων, ούτε κι εξαφάνιση της ανθρώπινης προσωπικότητας κάτω από έναν, όπως με αφέλεια υποστηρίχτηκε, «θρησκευτικό φασισμό». Είναι μια ηρωική προσπάθεια για την αποδέσμευση από την κυριαρχία της αμαρτίας και του κακού, που μαραίνει το άνθος της ψυχής και το κάνει ανίσχυρο να στραφεί προς τον ήλιο του. Είναι μια νοσταλγική προσέγγιση στο εργαστήριο της θείας χάρης, που σμιλεύει χαρακτήρες, που σφυρηλατεί προσωπικότητες, που δημιουργεί ανθρώπινες αξίες.
Σε μια εποχή αντιφάσεων όπως η σημερινή, σ’ έναν κόσμο αρνήσεων όπως αυτός που ζούμε το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η διαρκής αύξηση των προβλημάτων. Το δράμα αυτό που κορυφώνεται συχνά και φέρνει απόγνωση μαρτυρεί την έλλειψη πνευματικής ποιότητας στη ζωή, και πνευματικών ανθρώπων, που θα είναι ικανοί να δώσουν στα προβλήματα πνευματικές λύσεις. Αν μιλήσει κανείς για Εκκλησία, αγιότητα και αρετή, αμέσως ξεπετάγονται οι χλευαστές. Κι όμως έξω απ αυτά δεν υπάρχει λύση. Όσες λύσεις μπορούσαν να υποσχεθούν οι άνθρωποι τις δοκιμάσαμε. Μα ποιό το κέρδος; Αφήνουμε ανεκμετάλλευτο τον ωκεανό της θείας αγάπης και τρέχουμε να ξεδιψάσουμε στα έλη και τα τέλματα. Η Εκκλησία μας. μέσα στις διαστάσεις που την περιγράψαμε, περιμένει πάντα να μας προσφέρει την αγάπη της, να μας συνδέσει με την πηγή της θείας χάρης. Εμείς χρειάζεται μονάχα να το αποφασίσουμε.
πηγή: Βασίλειος Τ. Γιούλτσης, «Πνευματικότητα και κοινωνική ζωή», εκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νἰκη, σ. 121-129